ΕΒΡΟΣ: Ταξίδι σε τόπο αγαπημένο- Από τη συντοπίτισσα μας συγγραφέα Νατάσα Γκουτζικίδου

ΕΒΡΟΣ: Ταξίδι σε τόπο αγαπημένο- Από τη συντοπίτισσα μας συγγραφέα Νατάσα Γκουτζικίδου

«Ακούω Έβρος και με πιάνει η καρδιά μου. Πώς αντέχεις τόσο μεγάλο ταξίδι;» με ρώτησε κάποτε μια φίλη. Η αλήθεια είναι πως η απόσταση φαντάζει τεράστια και το ταξίδι με το αυτοκίνητο μακρινό. Μάλλον είναι, για όποιον τουλάχιστον δεν το έχει συνηθίσει.

Για όποιον όμως αυτός ο τόπος είναι η πατρίδα του, Έβρος δεν σημαίνει μόνο παραμεθόριος, πέρασμα για μετανάστες και ατελείωτες ώρες στη σκοπιά αλλά πολύ περισσότερα. Σημαίνει ένα ποτάμι γεμάτο ζωή, μια εύφορη πεδιάδα, βυζαντινά κάστρα όπως του Διδυμοτείχου και του Πυθίου και γενικότερα, μια μακραίωνη ιστορία γεμάτη μύθους και τοπικούς θρύλους που συνεπαίρνουν τον επισκέπτη.

Το ταξίδι είναι όντως μεγάλο για εκείνον που επιλέγει ως μεταφορικό μέσο το αυτοκίνητο αντί του αεροπλάνου. Είναι όμως ένας τρόπος να διασχίσεις τη Βόρειο Ελλάδα κα να θαυμάσεις τις ομορφιές της, αν φυσικά έχεις την υπομονή και το χρόνο να το κάνεις. Άλλωστε, γεγονός είναι πως η Εγνατία Οδός έχει συντομεύσει το ταξίδι κατά πολύ.

Περνώντας την πρωτεύουσα του νομού,  την Αλεξανδρούπολη, με τον υπερήφανο φάρο της και την επιβλητική του φυσιογνωμία, ταξιδεύουμε βόρεια. Αφήνουμε πίσω μας το Σουφλί και τα μεταξωτά του και προσεγγίζουμε το Διδυμότειχο με το κάστρο του. Η παλιά πόλη δεσπόζει στην κορυφή, θεματοφύλακας του παρελθόντος. Ο μύθος θέλει τη βασιλοπούλα να έπεσε από τα τείχη όταν από λάθος παρέδωσε στους κατακτητές το κλειδί της πόλης με αποτέλεσμα την άλωσή της.

Από τα τείχη της βυζαντινής πολιτείας έχουν σωθεί αρκετοί από τους πύργους (αν δεν κάνω λάθος είκοσι τέσσερις), πάνω στους οποίους είναι χαραγμένα τα μονογράμματα των αυτοκρατόρων ενώ στα βράχια, συναντά κανείς δεκάδες λαξευμένες σπηλιές, αλλοτινές κατοικίες των Βυζαντινών.

Τις νύχτες, το κάστρο φωταγωγείται και η πανώρια θωριά του φαντάζει ακόμα πιο επιβλητική. Είναι οι στιγμές που το ρολόι γυρνάει πίσω στο χρόνο και στα πέτρινα δρομάκια αντηχούν τα βήματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και ξαναζωντανεύουν οι σπουδαίες γιορτές του λαού.

Το Διδυμότειχο είναι ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Θυμίζει πλουμιστό χαλί με κρόσια, όπου κάθε κρόσι κι ένα κομμάτι της ιστορίας. Το πρόσωπο του σύγχρονου Διδυμοτείχου χαρακτηρίζεται από την διαπολιτισμικότητά του. Δύο λαοί συνυπάρχουν αρμονικά, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμού και συνάμα, δύο όψεις της ίδιας πόλης: η παλιά και η νέα. Η ζωή που τρέχει μπροστά κι εκείνη που προτίμησε να μείνει γαντζωμένη στα παλιά και να μην τα αποχωριστεί.

Αφήνοντας το γραφικό Διδυμότειχο πίσω μας, ταξιδεύουμε για τα χωριά Πύθιο και Πετράδες. Στο ενδιάμεσο, θα συναντήσουμε τα χωριά Ισάακιο και Πραγγί, το καθένα με τη δική του ομορφιά και τη δική του ιστορία.

Το χωριό Πετράδες, με το παράξενο κατά πολλούς όνομα (πρόκειται για τον πληθυντικό αριθμό του ουσιαστικού ‘ο πετράς’, δηλαδή αυτός που λαξεύει την πέτρα), μας υποδέχεται με ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο. Χτισμένο σε ένα ανηφορικό σημείο, μακριά από το ποτάμι, ξακουστό για το πανηγύρι που λαμβάνει χώρα εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο, πρόκειται για ένα από τα πιο πολυτραγουδισμένα χωριά του Έβρου.

Μια μεγάλη παιδική χαρά στο κέντρο του χωριού, μια εκκλησία χτισμένη στα 1876, η κεντρική πλατεία, οι βρύσες του χωριού, ο πολιτιστικός σύλλογος με το σπουδαίο έργο του…

Ερήμωσε το χωριό, έφυγαν οι περισσότεροι κάτοικοι. Η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση έπληξε το χωριό, αφού οι δουλειές λιγοστές και τα εισοδήματα μικρά. Κάθε καλοκαίρι όμως, οι περισσότεροι επιστρέφουν πίσω στη γενέθλια γη να ανταμώσουν ξανά συγγενείς και φίλους. Το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος και περιμένει καρτερικά κάθε χρόνο τη σειρά του. Κι εγώ το ίδιο δηλαδή. Τόσο ζωντανές οι μνήμες, σαν να μην πέρασε μια μέρα.  Ένας ολόκληρος χειμώνας αναμονής και μετά, με το που χτυπά την πόρτα μας το καλοκαίρι, να μετρώ αντίστροφα για  να βρεθώ ξανά σε μέρη γνώριμα, τόπο αγαπημένο.

Τρία χιλιόμετρα μακριά, το Πύθιο με το βυζαντινό του κάστρο. Το ‘Κούλελι’ όπως το αποκαλούν συχνά. Ένα πανύψηλο φρούριο, έδρα και καταφύγιο του Ιωάννη ΣΤ’ Κατακουζηνού, ατενίζει για αιώνες τον κάμπο που απλώνεται στα πόδια του. Αφημένο κι αυτό στην τύχη του (πρόσφατα έγιναν έργα αναστύλωσης, ίσα για να μην καταρρεύσει, αφού το κονδύλι ήταν μικρό και δεν επαρκούσε για όσα έπρεπε να γίνουν) να μαρτυρά το ένδοξο παρελθόν του τόπου. Θυμάμαι τον παππού μου να μου διηγείται θρύλους για το ‘ζωντάνι’ (έτσι αποκαλούν οι ντόπιοι τον έναν από τους δύο πύργους) και τη νύμφη που το είχε για σπίτι της.

Το κάστρο δεν είναι επισκέψιμο. Κάποτε όμως στάθηκα αρκετά τυχερή και κατάφερα να δω ένα μεγάλο μέρος του. Πήρα θέση δίπλα σε ένα από τα παράθυρα και ένιωσα τον άνεμο να μου ψιθυρίζει τραγούδια παλιά. Τυχερέ Ιωάννη Κατακουζηνέ, τι ομορφιά αντίκριζες κάθε μέρα!

Μια ανάσα από τα ριζά του κάστρου, η σιδηρο-δρομική γραμμή. Περίφημος και ξακουστός ο σιδηροδρομικός σταθμός του Πυθίου, αφού από εκεί περνούσε το Όριαν Εξπρές που ένωνε την Ευρώπη με την Κωνσταντινούπολη. Πρωθυ-πουργοί και δεκάδες άλλες σημαντικές προσωπικότητες είχαν περάσει από τον τόπο στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Έσφυζε από ζωή το Πύθιο και οι κάτοικοί του μπορούσαν να υπερηφανεύονται για το σταθμό. Ήρθε όμως η τεχνολογία να δώσει το τελειωτικό χτύπημα και τα δεδομένα άλλαξαν. Μόνο το τρένο που ενώνει την πρωτεύουσα με τους Ακρίτες μας περνάει πια από εκεί.

Το Πύθιο είναι χτισμένο σε έναν λόφο, αρκετά κοντά στον μεγαλόπρεπο Έβρο. Τα τελευταία χρόνια, οι πλημμύρες του ποταμού έφεραν το νερό στα πρώτα σπίτια του χωριού. Το βράδυ όμως, μες τη σιωπή, ακούει κανείς τα βατράχια να κοάζουν δυνατά και μια ιδιαίτερη συναυλία παίρνει σάρκα και οστά.

Υπάρχουν τόσα να πω για αυτόν τον τόπο που θα μπορούσα να γράφω ώρες ατελείωτες. Υπάρχουν τόσα να γράψω που οι λέξεις φαντάζουν φτωχές για να αποδώσουν τα νοήματα και τη μαγεία τους. Κάποτε, όχι πολύ παλιά, θυμάμαι ένα κοριτσάκι να τραγουδά ξέγνοιαστο πάνω σε ένα κάρο που διέσχιζε τον κάμπο και μετά, το χωριό. Έφτασε σε ένα σπίτι με κόκκινα κεραμίδια και έναν υπέροχο κήπο με κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα. Είχε για οδηγό έναν ηλικιωμένο άνδρα, τον παππού του…

Ποτέ δεν σε ξεχνώ… Για τον παππού Δημήτρη, τη γιαγιά Αναστασία, τον παππού Σταύρο, τη γιαγιά που μας κοιτούσε πάντα από το πανύψηλο πέτρινο παραθύρι της, για τη Στέλλα που δεν μένει πια στο χωριό αλλά τη θυμάμαι σαν να ήταν χτες, για την Βασιλική που αντάμωσα ξανά, έστω μέσω του facebook, για τους φίλους που έκανα μεγαλώνοντας όπως την Κική, για τη Φιλιώ και τα ξαδέλφια μου, για τους φίλους στο Κτήμα.  Για τα σπίτια που περιμένουν κάθε χρόνο να αποκτήσουν ξανά ζωή, έστω για λίγες μέρες.

Ποιά είναι η Νατάσσα Γκουτζικίδου

H Nατάσα Γκουτζικίδου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα και μοιράζει την καρδιά της μεταξύ Αθήνας και Διδυμοτείχου και συγκεκριμένα το χωριό Πύθιο από όπου κατάγεται και έρχεται όποτε μπορεί. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με σαφή προτίμηση στην Εγκληματολογία. Σήμερα, διατηρεί τη δική της επιχείρηση, ένα αναγνωστήριο για παιδιά Δημοτικού, ενώ παράλληλα τη συναντάμε ως κεντρική παρουσιάστρια τηλεοπτικής εκπομπής. Έχει εργαστεί για χρόνια ως αρχισυντάκτρια σε πολιτιστικά και λαογραφικά περιοδικά, ενώ προσέφερε τις υπηρεσίες της ως κοινωνιολόγος- προϊσταμένη στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου όπου κατοικεί. Έκανε την πρώτη εμφάνισή της στον χώρο του βιβλίου το 2007 και έκτοτε γράφει ασταμάτητα τόσο μυθιστορήματα για ενήλικες όσο και για παιδιά.

Τίτλοι βιβλίων της
(2017) Η Σμύρνη της φωτιάς και του έρωτα, Εμπειρία Εκδοτική
(2016) Για σένα μόνο, Μάτι
(2016) Ο χορός της νύμφης, Εμπειρία Εκδοτική
(2014) Βροχή πάνω στην πέτρα, Μάτι
(2014) Η Δανάη στο παλάτι του ήλιου, Μάτι
(2013) Δάκρυα από αλάτι, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2013) Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2012) Θυμήσου πόσα μου χάρισες…, Δυάς Εκδοτική
(2011) Άγγελοι πολέμου, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2010) Της φωτιάς και του έρωτα, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2008) Ο χορός της νύμφης, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2007) Το μυστικό των αλόγων, Ελληνική Πρωτοβουλία
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2016) Για πού το ‘βαλες Χριστουγεννιάτικα;, Εμπειρία Εκδοτική
(2013) Γιατί το λέμε έτσι, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2010) Γιατί λέμε…, Ελληνική Πρωτοβουλία
(2008) Οίκαδε, Ελληνική Πρωτοβουλία

 

Μοιραστείτε το άρθρο

Απάντηση