Η Καραμπέτη αποκαλύπτει την Καρυοφυλλιά. «Γεννήθηκα σε ένα χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, στη Δόξα»

Η Καραμπέτη αποκαλύπτει την Καρυοφυλλιά. «Γεννήθηκα σε ένα χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, στη Δόξα»

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη παραχώρησε στο «ΑΘΗΝΑΡΑΜΑ», η κορυφαία ελληνίδα και συντοπίτισσα μας ηθοποιός Καριοφυλλιά Καραμπέτη. Στο ξεκίνημα της μάλιστα αναφέρθηκε στα παιδικά της χρόνια στο χωριό Δόξα Διδυμοτείχου όπου μεγάλωσε και πήρε τα πρώτα… ερεθίσματα για το θέατρο.

Από 

Είναι μια από τις πιο αγαπημένες πρωταγωνίστριες της ελληνικής θεατρικής σκηνής και μετρά συνεργασίες με τους σημαντικότερους σκηνοθέτες. Συμπληρώνει κοντά σαράντα χρόνια πορείας και, αν και διαθέτει τη γοητεία της ντίβας, έχει ταυτόχρονα την απλότητα της πρωτόβγαλτης. Κάτι παραπάνω από ευγενική, ειλικρινής και με διάθεση απολογισμού για μια μεγάλη καλλιτεχνική διαδρομή και την προσωπική στάση ζωής της, μίλησε με τη Μαρία Κρύου για όλα. Από τη ζωή στο μικρό χωριό Δόξα στο Διδυμότειχο μέχρι την Αρκάντινα, τη μεγάλη τσεχοφική ηρωίδα-θεατρίνα που ερμηνεύει φέτος στο «Γλάρο». Και δεν δίστασε από την αρχή της κουβέντας να δηλώσει όπως και η ηρωίδα που υποδύεται: Ωραία μέχρις εδώ, από εδώ και πέρα τι γίνεται;

Επιμέλεια φωτογράφησης: Μαρία Χούτου Make up: Αχιλλέας Χαρίτος, Hair styling: Δημήτρης Σαράντου (D-tales), Styling: Κατερίνα Μανωλαράκη

Αλήθεια πότε νιώσατε ότι άναψε μέσα σας η σπίθα της υποκριτικής;
Γεννήθηκα σε ένα χωριό της επαρχίας Διδυμοτείχου, στη Δόξα, και πότε στο καφενείο του πατέρα μου, πότε στο σπίτι έπαιρνα αγκαλιά το ραδιόφωνο και άκουγα θέατρο. Εκεί πρωτογνώρισα τον Ίψεν, τον Στρίντμπεργκ, τον Ουίλιαμς μέσα από τις φωνές σπουδαίων ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου. Δεν υπήρχε τηλεόραση στο χωριό, μάλιστα την πρώτη δεκαετία της ζωής μου δεν είχαμε καν ηλεκτρικό, μεγάλωσα με μια λάμπα πετρελαίου.

Κάποια στιγμή, τη δεκαετία του ’60, παιδί ακόμα, ανακάλυψα τη μαγεία του κινηματογράφου σε υπαίθριες προβολές ελληνικών ταινιών με πρωταγωνιστές τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τον Κούρκουλο, τον Ξανθόπουλο. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εμπειρία του σχολείου όπου η δασκάλα με έβαζε να παίζω σε σχολικές παραστάσεις και να λέω ποιήματα, μου δημιούργησαν το πάθος για την τέχνη. Ακόμα θυμάμαι απέξω «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» που απήγγελλα στη μητέρα μου δίπλα στην ξυλόσομπα κι εκείνη δάκρυζε από συγκίνηση.

Μετράτε δύο εικοσαετίες στο σανίδι. Τι σας έμαθε το θέατρο για τη ζωή;
Νομίζω ότι αυτό που με ώθησε στην τέχνη ήταν η ανάγκη μου να δώσω απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Βέβαια, μέσω της τέχνης κατανοείς πολλά για τα ανθρώπινα, αλλά απάντηση στα μεγάλα μυστήρια δεν παίρνεις. Θυμάμαι πάντα αυτόν το στίχο του Σεφέρη: «Πώς πεθαίνει ένας άνδρας παράξενο, κανένας δεν το συλλογίστηκε». Η τέχνη έχει απλώς τον τρόπο να παρηγορεί ή να εντείνει κάποια συναισθήματα. Το 2008, την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, ήμασταν σε πρόβες με τη Ρούλα Πατεράκη για τους δύο Οιδίποδες (επί Κολωνώ και Τύραννο). Αφού ανέβηκα στον Έβρο να τον αποχαιρετήσω, το ίδιο βράδυ ερμήνευσα τον τρομερό μονόλογο-αποχαιρετισμό της Αντιγόνης. Ακόμα και τώρα συγκινούμαι όταν το σκέφτομαι. Κάποιες φορές δημιουργείται μια περίεργη σύνδεση με τους ρόλους που ερμηνεύουμε. Ο άνθρωπος, για να συμφιλιωθεί με το γιατί και το πώς της ζωής, με το μυστήριό της, ψάχνει να βρει δρόμους και απευθύνεται στη θρησκεία, τη φιλοσοφία, κάνει αναγωγές στο μεταφυσικό. Παλιότερα ήμουν πιο ρεαλίστρια και σκεφτόμουν ότι είμαστε εδώ και κάποια στιγμή θα φύγουμε. Όπως λέει και ο γιατρός στον «Γλάρο», κάθε ζωή πρέπει να έχει το τέλος της.

Ποια είναι τα κοινά και ποιες οι διαφορές που έχετε με την Αρκάντινα, την ηρωίδα που ερμηνεύετε στο «Γλάρο»;
Ποτέ δεν μπορείς να είσαι εκατό τοις εκατό ο ρόλος που παίζεις. Υπάρχουν κοινά σημεία με την Αρκάντινα. Είμαστε και οι δύο ηθοποιοί κι έχουμε περάσει τα 50 – εκείνη είναι 53, εγώ μεγαλύτερη. Βρισκόμαστε λοιπόν στην κρίσιμη στιγμή της ύπαρξης που σε κάνει να πεις «ωραία μέχρις εδώ, από δω και πέρα τι γίνεται;». Αισθάνεσαι ότι ακόμα έχει τις αντοχές, τα καταφέρνεις μια χαρά, αλλά αναρωτιέσαι για πόσο ακόμα. Η Αρκάντινα διακηρύττει στη δεύτερη πράξη του έργου: «Έχω και μια αρχή, δεν με απασχολεί το μέλλον, ούτε τα γηρατειά, ούτε ο θάνατος, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Ξέρει εκείνη τη στιγμή πόσο χοντρά ψέματα λέει, αλλά τα λέει σχεδόν ξορκίζοντάς τα. Νιώθει ζήλια επειδή μια νέα ηθοποιός τής παίρνει τα φώτα, τη λάμψη και τον εραστή της και στην προσπάθειά της να κρατηθεί στο επίκεντρο και να υπηρετήσει τη δημόσια εικόνα της αλλάζει χαρακτήρα, ξεχνά ακόμα και ότι υπήρξε τρυφερή. Της το θυμίζει ο γιος της, ο Τρέπλιεφ, την ώρα που του αλλάζει τον επίδεσμο.

Εσείς, ποιες σκέψεις κάνετε για τη νεότερη γενιά καλλιτεχνών;
Δεν ζηλεύω τις νέες ηθοποιούς. Πολλές μάλιστα είναι φίλες μου και τις καμαρώνω. Ήμουν πάντα αρκετά προσγειωμένη ώστε να ζω την ηλικία μου και να χαίρομαι μεγάλους ρόλους την κατάλληλη στιγμή. Η ωριμότητα έχει κι αυτή τα δικά της υπέροχα πράγματα.

Στο χώρο που κινείστε παρατηρεί κανείς ένα ναρκισσισμό.
Πηγαίνω κόντρα στο ναρκισσισμό γιατί αν υποκύψεις σε αυτό, μπαίνεις σε ένα ρηχό πλαίσιο. Η ζωή ενός δημόσιου προσώπου είναι πολύ δύσκολη. Υπόκεισαι σε συνεχή κριτική, αμφισβήτηση, παρακολούθηση και θυσιάζεις μεγάλο κομμάτι της ηρεμίας σου. Πέφτεις και ξανασηκώνεσαι. Αν το κάνεις όλο αυτό μόνο και μόνο επειδή θέλεις να ικανοποιήσεις το ναρκισσισμό σου, δεν θα καταφέρεις τίποτα, θα σε φάει η μαρμάγκα που λέγαμε και στο χωριό μου.

Πώς σας φαίνεται ότι κάποιοι σας βλέπουν ως sex symbol;
Τι ιστορία κι αυτή! Δόξα τω Θεώ, έχουν περάσει τουλάχιστον δύο δεκαετίες από την εποχή που με έβλεπαν έτσι επειδή συμμετείχα σε δυο απανωτά σίριαλ του Κώστα Κουτσομύτη βασισμένα σε δυο υπέροχα μυθιστορήματα, τον «Κίτρινο φάκελο» του Καραγάτση και τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Μουρσελά. Μου έδωσαν αυτόν τον τίτλο, όμως αυτό αδικούσε τις ηρωίδες μου, που βίωναν δύσκολους έρωτες σε εποχές άσχημες για την Ελλάδα. Ένα μέρος του Τύπου χαίρεται να δημιουργεί καταστάσεις, εγώ όμως από τα πρώτα μου βήματα ήμουν πάντα προσγειωμένη, καθώς βρισκόμουν σε ένα περιβάλλον πολύ προστατευμένο, το Ανοιχτό Θέατρο. Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ήταν ανέκαθεν ένας πολύ σοβαρός δάσκαλος που με επηρέασε και μου έδωσε τις σωστές κατευθύνσεις για να μην πέσω στην παγίδα του λαϊφστάιλ.

Είστε αριστούχος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Τι κρατάτε από τα φοιτητικά σας χρόνια;

Ευτύχησα να έχω εξαιρετικούς δασκάλους. Θυμάμαι όταν ήρθε η Μάγια Λυμπερόπουλου από τη Γαλλία και έδωσε σε όλα άλλη τροπή. Ήταν η δασκάλα που μας μίλησε για το θέατρο με όρους σημειολογίας. Μας έμαθε τον Ρολάν Μπαρτ, μας μιλούσε για τις παραστάσεις της Αριάν Μνουσκίν. Η θητεία δίπλα σε σημαντικούς ανθρώπους με βοήθησε να συγκροτήσω το χαρακτήρα και την προσωπικότητά μου.

Από τη μία κάνετε θέατρο πρώτης γραμμής και, από την άλλη, μπαίνετε σε «περιφερειακά» λημέρια. Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση;
Επειδή διατηρώ πάντα το σύνδρομο της μαθήτριας, αισθάνομαι ότι έχω να πάρω πολλά από τους νεότερους. Η φρεσκάδα και η ορμή της νεότητας μ’ ενδιαφέρει τρομερά. Μ’ αυτό το σκεπτικό έχω δουλέψει με τους Βijoux de kant ή την ομάδα Νάμα. Πάντα νιώθω μέρος ενός συνόλου. Τη δεκαετία του ’80, αντί να είμαι σε ένα κεντρικό θέατρο στην Πανεπιστημίου, ήμουν σε ένα περιφερειακό θέατρο στου Γκύζη, κοντά στον Γιώργο Μιχαηλίδη, την εποχή που έδιναν το στίγμα τους άνθρωποι όπως ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Βασίλης Παπαβασιλείου.

Τι σας έκανε να πείτε «ναι» σε έναν νέο και πρωτοεμφανιζόμενο στην Επίδαυρο σκηνοθέτη, όπως ο Άρης Μπινιάρης;
Είχα δει δουλειά του Άρη Μπινιάρη και με είχε καθηλώσει. Πρώτα ήρθε η πρότασή του για τις «Βάκχες» που θα κάνει στη Στέγη τον Απρίλιο του 2018 και μετά προέκυψαν οι «Πέρσες». Βλέπω τη δουλειά μέσα από ένα πρίσμα συλλογικό και στην καλοκαιρινή παράσταση μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο δούλεψε το Χορό.

Κλέψατε την παράσταση στους «Πέρσες» με την ερμηνεία σας. Αλήθεια πώς αντέξατε να στροβιλίζεστε όπως οι Δερβίσηδες για είκοσι λεπτά; Έχω καλή φυσική κατάσταση, καλό μυϊκό σύστημα και την τύχη να μη ζαλίζομαι εύκολα. Όταν έμαθα ότι θα παρακολουθήσουμε ανατολίτικες τελετουργίες και θα περάσουμε από τον σουφισμό και τις τελετές Ζικρ, έκανα μια μεγάλη έρευνα στο διαδίκτυο. Είδα ανθρώπους να εκτελούν επαναλαμβανόμενες κινήσεις με το κεφάλι και αποφάσισα ότι ήθελα να το κάνω. Ασκήθηκα σιγά σιγά και η Λία Χαράκη, η χορογράφος, με βοήθησε να βάλω σε τάξη τις κινήσεις.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο μυστικό στη δουλειά σας;
Το να περνάς μέσα από την τεχνική για να μπορέσεις να κάνεις την υπέρβαση. Πρέπει να καταθέσεις την ψυχή σου, το βίωμα και το συναίσθημα για να μπορέσεις να ακουμπήσεις την ψυχή του θεατή που έρχεται να σε δει.

Με τον Γιάννη Χουβαρδά σάς συνδέουν θεατρικές επιτυχίες. Ποια υπέρβαση σας ζήτησε να κάνετε για τον «Γλάρο»;
Με συγκινεί η ευαισθησία με την οποία βλέπει τον έξω κόσμο ενώ αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στο μεταφυσικό. Ξέρω ότι ίσως δεν περιμένατε ν’ ακούσετε κάτι τέτοιο για έναν τόσο συγκροτημένο άνθρωπο. Η υπέρβαση που μας ζήτησε από την πρώτη ημέρα της ανάγνωσης ήταν να είμαστε ο εαυτός μας όσο ποτέ άλλοτε. Όλος ο θίασος, ο Ακύλλας Καραζήσης, ο Νίκος Κουρής, ο Νίκος Χατζόπουλος, ο Δημήτρης Ήμελλος, η Άλκηστις Πουλοπούλου, ο Δημήτρης Παπανικολάου, η Άννα Καλαϊτζίδου, ο Δημήτρης Μπίτος, η Σύρμω Κεκέ, προσπαθήσαμε να σκύψουμε βαθιά μέσα μας για να βρούμε τα στοιχεία που μπορούν να συνδεθούν με τους ήρωες που ερμηνεύουμε. Η παράσταση ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό. Το έχει αυτό ο Τσέχοφ κι εμείς το τονίζουμε. Επιπλέον δεν υπάρχει ατμόσφαιρα εποχής, τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είναι σύγχρονα.

Στον «Γλάρο» γίνονται συνεχώς αναφορές στις καινούργιες φόρμες. Έχει αλλάξει ο τρόπος παιξίματός σας μέσα στα χρόνια;
Η κοινωνία εξελίσσεται και μαζί εξελίσσεται και η τέχνη. Δεν μπορείς να παίξεις με τον τρόπο που έπαιζε η Κατίνα Παξινού. Θα θεωρηθείς παλιός. Το θέατρο είναι καλό να είναι κοντά στον άνθρωπο της εποχής του. Το 2011 κάναμε με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό τον «Ηρακλή μαινόμενο» και ήταν η πρώτη φορά που πρόφερα τον αρχαίο λόγο σε μικρόφωνο με τρόπους πιο εσωτερικούς, με άλλες αποχρώσεις, σχεδόν σαν ψίθυρο. Αυτό ο κόσμος το δέχτηκε, άκουσαν το κείμενο διαφορετικά, σαν μια συνομιλία δίπλα τους. Η εποχή μας είναι πολύ πιο γρήγορη, πιο κυνική, δεν αντέχει πολύ το συναίσθημα. Θεωρώ ότι ο κόσμος θέλει περισσότερο την αμεσότητα παρά τις πιο μελοδραματικές γραμμές.

Τι σας συγκινεί περισσότερο στον Τσέχοφ;
Είναι ο μεγάλος συγγραφέας της καθημερινότητας, ο ποιητής του ευτελούς. Τα μικρά, μικρά πραγματάκια που συμβαίνουν στη ζωή μας και οι άλλοι συγγραφείς τα προσπερνούν, εκείνος τα βάζει στη θέση τους, γι’ αυτό είναι τόσο ανθρώπινα και συγκινητικά τα έργα του. Στον «Γλάρο» θίγει πάρα πολλά θέματα. Μιλά για τη σχέση της τέχνης με τη ζωή, για το πώς ζει ένας δημιουργός, ένας καλλιτέχνης στην καθημερινότητά του

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Έχετε λογαριασμό στο facebook;
Φοβάμαι το διαδίκτυο. Είχα πάντα ένα θέμα με τη δημοσιότητα, δεν αισθάνομαι άνετα με την έκθεση. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ανεβάσω φωτογραφίες από την προσωπική μου ζωή, δεν το έχω ανάγκη. Πολλοί μου λένε ότι πρέπει να πληροφορηθεί ο κόσμος για τις δουλειές που κάνω, αλλά εγώ πιστεύω πως ο κόσμος μπορεί να τις μάθει με άλλους τρόπους. Μέσα από το διαδίκτυο έμαθα ότι τον Σεπτέμβριο του 2016 παντρεύτηκα τον σύντροφό μου, με τον οποίο είμαστε μαζί δέκα χρόνια, πράγμα που δεν ισχύει. Παρόλο που διέψευσα την είδηση εκείνη πολλαπλασιάστηκε.

Αναπολείτε το παρελθόν;
Μου αρέσει να ταξιδεύω σε αγαπημένες και τρυφερές στιγμές της ζωής μου. Προσπαθώ όμως να επαναστατώ και να βλέπω μόνο το παρόν. Δεν είμαι άνθρωπος που κοιτάζει το μέλλον, δεν κάνω όνειρα γιατί έχω πάντα στο μυαλό μου τη γνωστή παροιμία: όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελάει. Ήταν πάντα τόσο γεμάτο το παρόν από τη δουλειά, που δεν μου έμενε χρόνος για κάτι άλλο. Σε ένα ταξίδι στην Ιαπωνία, τότε που περιοδεύαμε με τη «Μήδεια» του Εθνικού, είδα σε ένα βουδιστικό μοναστήρι να κυριαρχούν τρία χρώματα. Το λευκό συμβόλιζε το παρελθόν, την ασφάλεια του γνώριμου, το κόκκινο συμβόλιζε το τώρα που είναι φλέγον και το μαύρο συμβόλιζε το μέλλον, το άγνωστο. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο χρόνος είναι τόσο ρευστός…

Τι χρειάζεται κανείς στη ζωή, τόλμη ή τύχη;
Σκεπτόμενη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση θα πω ότι χρειάζεται ειλικρίνεια. Όταν έχεις ένα τεράστιο χρέος, μη βιώσιμο, πρέπει να είσαι πολύ τολμηρός αλλά και πολύ τυχερός για να μπορέσεις να αντιταχθείς και να αντιμετωπίσεις το σύστημα. Βιώνουμε συνεχείς απογοητεύσεις, χάνουμε τις ελπίδες μας, όμως δεν πρέπει να γίνουμε μηδενιστές. Πρέπει να αυτοκτονήσουμε όλοι σαν τον Τρέπλιεφ; Η ζωή είναι δύσκολη, αλλά πρέπει να βρούμε τους τρόπους να ισορροπήσουμε.

Πηγή: athinorama.gr

 

 

 

Μοιραστείτε το άρθρο

Απάντηση