Η Σαμοθράκη τον χειμώνα: Πολύτροπη, άγρια, απρόσιτη και επιβλητική

Η Σαμοθράκη τον χειμώνα: Πολύτροπη, άγρια, απρόσιτη και επιβλητική

Ένα συναρπαστικό οδοιπορικό-αφιέρωμα στην ασυγκράτητη και λυσσαλέα χειμωνιάτικη φύση της Σαμοθράκης έκανε το περιοδικό LIFO με την Δήμητρα Καγιόγλου, όπου υμνεί τις ομορφιές του νησιού και αυτή την εποχή.

Έρχεται το Σάος μέσα απ’ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και οι νησιώτες περιμένουν. «Είστε οι μόνοι άγνωστοι στο νησί μας», έλεγαν οι ντόπιοι για να μας καλωσορίσουν, ενώ περίμεναν να τους δώσουμε μια λογική απάντηση στο τι γυρεύουμε, μήνα Ιανουάριο, στο νησί τους.

Η Σαμοθράκη το χειμώνα είναι έτσι όπως την φαντάζεσαι. Πολύτροπη, άγρια, απρόσιτη και επιβλητική.   Λίγοι θα ταξιδέψουν χειμώνα στη Σαμοθράκη, μα όσοι το κάνουν θα δουν τον πίνακα «Four seasons in one head» του Arcimboldo, να ζωντανεύει μπροστά τους.   Προετοιμάσου. Ξέχνα την αδαμιαία περιβολή, πάρε χοντρά ρούχα. Τα Θέρμα δεν είναι γεμάτα τα βράδια από μουσικούς και μπύρες, το σκοινί που παίρναμε φόρα και κάναμε βουτιές στη Γριά Βάθρα, έχει καιρό να πιαστεί από ανθρώπινο χέρι και το κάμπινγκ είναι άδειο. Έμειναν μόνο μερικές σκηνές τυλιγμένες με νάιλον που γράφουν «free to use it».

Οι καλοκαιρινές διαφωνίες για το αν η Σαμοθράκη είναι εναλλακτικός προορισμός ή όχι, για το αν θα πρέπει να υπάρχει free camping ή όχι, σταματούν μόλις πιάσουν οι πρώτες ανεμοζάλες της θάλασσας.   Ο χειμώνας εδώ είναι δύσκολος και τα μποφόρ στήνουν τρικούβερτο γλέντι. Οι ντόπιοι το χειμώνα μένουν στην Καμαριώτισσα και στη Χώρα για να προστατευθούν από τις άγριες καιρικές συνθήκες.

Το νησί συχνά απομονώνεται από την απέναντι στεριά, κάθε φορά που οι καιρικές συνθήκες είναι απαγορευτικές για τον απόπλου του μοναδικού πλοίου, με το οποίο γίνεται ο ανεφοδιασμός του νησιού σε τρόφιμα και φάρμακα.   Συνήθισε το αυτί των κατοίκων να υπολογίζει τη δύναμη των ανέμων και το θυμό τους, συνήθισαν να βλέπουν τα σύνορά τους, τη θάλασσα.

Στα ελάχιστα εναπομείναντα ανοιχτά τσιπουράδικα του λιμανιού, οι κάτοικοι τρώνε μεζέδες και περιμένουν το πλοίο «Σάος» να έρθει, μήπως και φέρνει κανένα νέο από τον υπόλοιπο κόσμο. Φτάσαμε. Ήμασταν δυο Έλληνες και ο Eyal, ένας Ισραηλινός φίλος που ταξίδεψε μέχρι τη Σαμοθράκη για να δει και να κινηματογραφήσει το χειμώνα της.   Η επίσκεψή μας, κίνησε και την περιέργεια της αστυνομίας, οπότε το περιπολικό αχνοφαινόταν αρκετές φορές πίσω από τις παρέες των κατσικιών.

Ο Eyal ταξίδεψε από το Ισραήλ για να ζήσει το χειμώνα της Σαμοθράκης. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

Στο λιμάνι, ρωτήσαμε για το σπίτι του Νταούτ, του περιπετειώδη βοσκού που είχαμε γνωρίσει το καλοκαίρι. Χτυπήσαμε την πόρτα του και μας άνοιξε με πλατύ χαμόγελο. Το άλλοτε ανοιχτό πουκάμισό του, είχε αντικατασταθεί με ένα χοντρό, μάλλινο πουλόβερ. Ήπιαμε τσάι και μιλήσαμε για το project του.

Ο Νταούτ ζει τα τελευταία χρόνια στη Σαμοθράκη, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια αυτάρκη κοινότητα ανθρώπων από όλο τον κόσμο που ψάχνουν ένα μέρος για να ριζώσουν. Έχει σπουδάσει βιογενετική, φυσική εκτροφή και οικολογική καλλιέργεια.   Ταξίδεψε πολύ, έζησε με Βεδουίνους και κάπου ανάμεσα στην Αγγλία, τη Δαμασκό και τη Σαχάρα, τον κέρδισε η Σαμοθράκη.

Η Μπέλλα, η σκυλίτσα του έχει μόλις γεννήσει τα κουτάβια της και δυσκολεύει την επικοινωνία μας. Από το πάτωμα πηδά πάνω μας, από πάνω μας στον καναπέ και από τον καναπέ πάλι πάνω μας. Απαιτεί με το κούνημα των φρυδιών της όλα τα χάδια του κόσμου.   Ο Νταούτ μας δίνει ραντεβού για αύριο το πρωί. Θα κόψει ξύλα στο δάσος μαζί με τον κ. Πέτρο. Νωρίς το πρωί ήμασταν εκεί. Ο κ. Πέτρος είναι ο άνθρωπος που έδωσε δουλειά στον Νταούτ μόλις εκείνος πρωτοήρθε στο νησί. Γνήσιος Σαμοθρακίτης και με προφορά που ήταν αδύνατο να καταλάβουμε.   Εμείς κουνούσαμε το κεφάλι μας καταφατικά, ο Eyal μας ρωτούσε να του μεταφράσουμε αυτά που μας λέει ο κ. Πέτρος και ο Νταούτ γελούσε.

Με ένα μαγικό τρόπο που ακόμη προσπαθώ να καταλάβω, ο Νταούτ συνεννοούνταν μαζί του άψογα.   Κάποια στιγμή πάγωσε το ηλεκτρικό πριόνι που θα έκοβαν τα ξύλα και ο κ. Πέτρος ήταν φανερά εκνευρισμένος.   «Είναι καλός άνθρωπος, δουλεύουμε μαζί και μου έδωσε μια έκταση για να φτιάξω την κοινότητα με τα yards που ονειρεύομαι. Μου θυμίζει τους Βεδουίνους που είχα ζήσει για ένα διάστημα μαζί τους. Εξωτερικά δείχνουν σκληροί και απρόσιτοι, αλλά είναι πολύ ευγενικές ψυχές και κυρίως ξέρουν να μοιράζονται», μας λέει ο Νταούτ όσο ο κ. Πέτρος βρίζει στα Σαμοθρακίτικα το ηλεκτρικό πριόνι.

Ο Νταούτ με τον κ. Πέτρο κόβουν ξύλα στο δάσος. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

Λίγο μετά ο κ. Πέτρος με ρώτησε αν θέλω να ανέβω στο μουλάρι του, ευτυχώς αυτό το κατάλαβα. Μετά τη βόλτα που μας έκανε ο Νταούτ στην κοινότητα που ετοιμάζει, τον αφήσαμε να ταΐσει ένα νεογέννητο αρνί που το απορρίπτει η μαμά του και το αφήνει νηστικό.

Σειρά είχαν οι παγωμένες βάθρες. Το κρύο κάνει το σώμα μου σχεδόν να πονάει. Φορέσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και πήραμε το μονοπάτι. Οι βάθρες μες το χειμώνα είναι πιο μόνες και πιο ζωντανές από ποτέ.   Τα νερά ορμούσαν από παντού σαν να παίρνουν μέρος σε καυγά, οι πάγοι που σχηματίζονταν κάτω από τους βράχους προσπαθούσαν να μπουν στη μέση και να τους χωρίσουν.

Βράχοι ζωντανοί, βράχοι ζωσμένοι από νερό. Ό,τι και να πεις αντιχάει και γυρνάει πίσω.   Είναι από εκείνες τις φορές που σε πιάνει ο φόβος, εκείνος ο ανεξήγητος που σου λέει πως είσαι μόνος στον κόσμο. Μέχρι που ακούγονται κουδούνια. Ο ήχος δεν έρχεται από τα πολύχρωμα βραχιόλια ποδιών, που φοράνε τα κορίτσια το καλοκαίρι και κουδουνίζουν μόλις εκείνα αποφασίσουν γυμνά και ελεύθερα να κάνουν τη βουτιά τους.

Αυτή τη φορά ο ήχος έρχεται από τα κατσίκια. Πετάγονται από το πουθενά και θέλουν να σου δείξουν τι θα πει αληθινή αναρρίχηση. Θα εξαφανιστούν όσο απρόσμενα εμφανίστηκαν.

Είναι αδύνατο να καταλάβεις τον κύκλο του νερού στις βάθρες μιας και βγαίνει από παντού. Οι βράχοι γλιστράνε σαν μπανανόφλουδες, έχουν πάνω τους ένα αόρατο στρώμα πάγου και το να πέσεις καταλάθος στα παγωμένα νερά κρατώντας φωτογραφικές μηχανές, δεν είναι η καλύτερη ιδέα. Ευτυχώς όμως είχαμε δεύτερα ρούχα μαζί μας.

Ρίξε μια πέτρα από το σημείο που βρίσκεσαι για να δεις πού θα καταλήξει. Τότε αρχίζεις να προσέχεις περισσότερο στις βάθρες της Σαμοθράκης. Το ίδιο βράδυ είχα γενέθλια. Ο Eyal προσπαθούσε να μου βρει μια τούρτα στην Καμαριώτισσα και μετά από πολύ ψάξιμο τα κατάφερε. Θα ανεβαίναμε στη Χώρα του νησιού για να δούμε αν οι χειμωνιάτικες βραδιές είναι το ίδιο γοητευτικές με τις καλοκαιρινές.   Φυσικά δεν θα ήταν τόσο απλό. Ο δρόμος είχε παγώσει και έπρεπε να σπάσουμε τον πάγο για να φτάσουμε στη χιονισμένη Χώρα. Καθώς φτάνουμε, βλέπουμε μερικά σπίτια που έχουν ξεμείνει με χριστουγεννιάτικα λαμπάκια.

Περνάμε έξω από τα παραδοσιακά καφενεία και τα βλέπουμε γεμάτα με κόσμο. Μέσα χορεύουν και καθώς περνάμε προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είμαστε.   Όταν μπήκαμε μέσα έπαιζε το «μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια», χόρευαν, έπιναν τσίπουρο, και «άντε γεια μας», και δώστου να ‘ρχονται οι μεζέδες, και τα μάγουλά τους να κοκκινίζουν όλο και περισσότερο από την πυρωμένη σόμπα.

Στα τσιπουράδικα της Καμαριώτισσας. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

«Είμαι ερωτευμένος με το νησί μου», μας λέει ένας ντόπιος και αρχίζει να παίζει ντραμς πάνω στη σόμπα με κορμούς δέντρων. Μας μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Για τις πλημμύρες και τις καταστροφές που φέρνει ο χειμώνας και κάνει το νησί αγνώριστο. Για την ανεργία που κάνει τους νέους να εγκαταλείπουν το νησί και να πηγαίνουν στις μεγάλες πόλεις.   Το μεγαλύτερο παράπονο όλων, είναι η ελλιπής ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο κέντρο υγείας του νησιού. Φύγαμε από το καφενείο, όταν τα μάγουλά μας απέκτησαν το ίδιο χρώμα με των υπολοίπων.

Μπορεί το καλοκαίρι να μη καταφέραμε να μπούμε στο Ιερό των Μεγάλων Θεών, αλλά τα καταφέραμε τώρα.   Ο κ. Γιάννης Αντωνίου μας ξενάγησε στο χώρο, μας μίλησε για τα Καβείρια μυστήρια, για την επικοινωνία των ανθρώπων με τους θεούς που γίνονταν μέσω δοκιμασιών και για το ασημένιο δαχτυλίδι που έπαιρνε όποιος κατάφερνε να περάσει από όλα τα στάδια της μύησης.

Από τα τέλη του Αλωνάρη ως την αρχή του Τρυγητή, κάθε χρόνο γίνονταν το μεγάλο πανηγύρι των Μεγάλων Θεών. Αν η μύηση γινόταν στην πιο μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού, ήταν ιερότερη.   Προσπαθήσαμε να φανταστούμε πώς θα φαινόταν η Νίκη της Σαμοθράκης από μακριά. «Σημασία έχει ότι σώθηκε και ότι μπορούμε και σήμερα να τη θαυμάζουμε», μας λέει ο κ. Αντωνίου με ύφος ανακούφισης.

Ο κ. Αντωνίου μας ξεναγεί στο Ιερό των Μεγάλων Θεών και στα Καβείρια Μυστήρια. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

Ο χώρος του Ιερού των Μεγάλων θεών, θεωρούνταν δαιμονικός από τους κατοίκους. Μας διηγείται ιστορίες ανθρώπων που δεν περνούσαν από μέσα, γιατί θεωρούσαν πως κάποιου είδους μαγεία θα πέσει πάνω τους.   Με την εξάπλωση του χριστιανισμού οι κάτοικοι κατέστρεφαν οι ίδιοι το Ιερό, ενώ πολλά μάρμαρα λειτούργησαν ως οικοδομικά υλικά και μεταφέρθηκαν για να χτιστούν ναοί και σπίτια.

Το 1939, έγινε επίσημη περίφραξη και πλέον είναι υπεύθυνο το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης υπό την εποπτεία του ελληνικού κράτους.   «Τι με κάνει να νιώθω ελεύθερος; Το να ανεβαίνω στο βουνό και να καταλαβαίνω πόσο ασήμαντος είμαι. Με στοιχειώνει η σιωπή των βράχων, δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω».   Όταν τον ρωτήσαμε να μας δώσει ιδέες για το νησί μας είπε: «Παρατηρήστε τους κτηνοτρόφους, δείτε πώς μιμούνται τις κινήσεις των κατσικιών τους για να ανταπεξέλθουν και προσπαθήστε να καταλάβετε το ιδιότυπο χιούμορ των Σαμοθρακιτών. Ρωτήστε να σας πουν για τα παρατσούκλια τους».

Την επόμενη ημέρα αποφασίσαμε να οδηγήσουμε μέχρι τους Κήπους, την παραλία της Σαμοθράκης. Εδώ το τοπίο είναι σεληνιακό. Εδώ είναι η χαρά της παρειδωλίας!   Ούτε εγώ ήξερα πως υπάρχει λέξη που περιγράφει το φαινόμενο κατά το οποίο ένα δυσδιάκριτο εξωτερικό ερέθισμα εκλαμβάνεται ως πλήρως αναγνωρίσιμο. Το έμαθα εδώ, όταν βλέπαμε τις μορφές που σχηματίζονται πάνω στα δέντρα και συμφωνούσαμε πως μοιάζουν με κατσίκια.   Οι αφροί της θάλασσας φτάνουν όλο και πιο κοντά στα πόδια μας. Κάνεις ένα βήμα πίσω και το κύμα κάνει δυο προς το μέρος σου. Βρέχεσαι, χαίρεσαι και τουρτουρίζεις.

Για να ζεσταθείς, ακολούθα τον καπνό που βγαίνει από τα ζεστά λουτρά στα Θέρμα, είναι εκεί και σε περιμένουν και το χειμώνα. Ντόπιοι πηγαινοέρχονται για να κάνουν το βραδινό τους καυτό λουτρό και να ξορκίσουν το κρύο του χειμώνα.

Στους Κήπους το τοπίο γίνεται σεληνιακό. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

Πάμε στην άλλη πλευρά του νησιού. Ψάχνουμε το σπίτι του κ. Μάνου. Σε μια γωνιά της Σαμοθράκης κοντά στις Δάφνες, έχει φτιάξει τον δικό του Παράδεισο. Ζούσε στην Αθήνα, ήταν γλύπτης και καλός φίλος με τον Γιάννη Τσαρούχη.   Έζησε χρόνια αίγλης και το 1999 έψαχνε τρόπο να φύγει από την Αθήνα. Ένιωθε πως όλα αυτά που ζούσε θα εξατμίζονταν. Μας υποδέχεται με την ποδιά του και το καπέλο του, διψασμένος για κουβέντα.

Η Φλοράνς, είναι ο μεγάλος του έρωτας. Τον είχε συναντήσει μια φορά ερχόμενη από τη Γαλλία στην Αθήνα και τα παράτησε όλα για να ζήσουν μαζί.   Κάθε φορά που μιλάει γι’ αυτήν κοκκινίζει λίγο, οπότε προτιμά να μας δείχνει φωτογραφίες της στα άλμπουμ τους. Όταν αποφάσισαν να αφήσουν την Αθήνα, ένας φίλος του τον συμβούλευσε πως το μέρος που ψάχνει είναι η Σαμοθράκη. Μαζί με τη Φλοράνς πήραν τις βαλίτσες τους και κοιτούσαν με αγωνία να δουν πώς μοιάζει το νησί καθώς το πλοίο πλησίαζε στο λιμάνι.

«Μου είπαν πως θα έχει ένα αλαφρό αεράκι, αλλά ο αέρας σε έπαιρνε και σε σήκωνε. Απογοητεύτηκα λίγο, ξέρετε δεν γνώριζα ακόμα πως η Σαμοθράκη απεχθάνεται το γκρι και πως εδώ δεν υπάρχει μέση λύση. Ή θα μπεις ολάκερος μέσα και θα το ζήσεις ή πάρε το επόμενο καράβι και φύγε. Μόλις είδαμε το κτήμα, έφτιαξα αμέσως την εικόνα στο μυαλό, ήξερα πώς θα το μεταμορφώσω. Δουλέψαμε πολύ με τη Φλοράνς, δεν υπήρχε τίποτα, να φανταστείτε με την πρώτη βροχή το χώμα κυλούσε κι έφευγε στη θάλασσα. Άντε σηκωθείτε να πάμε έξω να σας δείξω τους κήπους μου!

Εδώ θέλω να φτιάξω μερικά παγκάκια για να βλέπουν οι καλεσμένοι μου το ηλιοβασίλεμα. Σε αυτό το δέντρο κρεμάω το καλοκαίρι μια κούνια για να πάει πέρα-δώθε η Φλοράνς. Της λέω να μην παίρνει πολύ φόρα γιατί έχει γκρεμό από κάτω. Εδώ είναι η γαζία μου, δεν έχει σκάσει ακόμα, μου θυμίζει τα θερινά σινεμά που πήγαινα νέος».   Είναι αξιοθαύμαστο το πόσα φυτά, λουλούδια και δέντρα φροντίζει μόνος του ο κ. Μάνος και το πόσο αυτάρκης είναι. «Τώρα όμως θα πάμε μέσα γιατί έχει κρύο. Θα ψήσουμε λουκάνικα και θα σας ανάψω φωτιά με φλούδες από αμύγδαλα».   Σχεδόν ξημέρωσε όταν φύγαμε. Πάλι πάγωσε ο δρόμος που οδηγούσε στο σπίτι που μέναμε. Ο Eyal σε ρόλο παγοθραύστη έβγαινε και προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο.

Ο Νταούτ μιλάει για τη Σαμοθράκη σε Σκωτσέζους ταξιδιώτες. Φωτο: Θοδωρής Κονδάκος

Τελευταία μέρα. Μια γάτα λιάζεται πάνω σε μια μηχανή Yamaha. Τα φύλλα των δέντρων φτιάχνουν στρώματα μαλακά για να ξαπλώσεις. Το Φεγγάρι, η κορυφή του Σάος φαίνεται πιο ψηλή από ότι το καλοκαίρι.   Κάτω από τον μαύρο ίσκιο των δέντρων, εμφανίζεται σαν Κάβειρος ένας μικρός Σαμοθρακίτης αγκαλιά με το μικρό του κανελί κατσίκι. Η θάλασσα γελά ηδονικά.

Δυο Σκωτσέζοι περπατούν στο δρόμο χέρι με χέρι, ήρθαν για διακοπές. Λίγες ώρες μετά πίνουμε τσίπουρο όλοι μαζί σε ένα καφενείο της Καμαριώτισσας. Το φαγητό παραμένει πεντανόστιμο και ανεπιτήδευτο. Απαντήσαμε όλοι μαζί στην ίδια ερώτηση: Τι είναι η Σαμοθράκη για σένα;

Για τον Νταούτ είναι ένας χορός δερβίση. Ο κ. Μάνος βλέπει τον εαυτό του στο νησί σαν υπηρέτη του βουνού. Ο κ. Γιάννης ελευθερώνεται μέσα από τη σιωπή των βράχων. Η Ευγενία, νιώθει τυχερή που γεννήθηκε εδώ και θέλει να κάνει το νησί της καλύτερο.

Οι Σκωτσέζοι αισθάνονται κολακευμένοι από την ασυγκράτητη και λυσσαλέα φύση.   Για εμάς το όνομα Σαμοθράκη πάντα θα αντιλαλεί στο αυτί μας απαλά, σαν το λουλούδι της την ορτανσία. Σαν την πρώτη ορτανσία που μόλις σκάσει θα φέρει την Άνοιξη στο νησί.

Πηγή: www.lifo.gr

Μοιραστείτε το άρθρο

Απάντηση