Ο Εβρίτης ηθοποιός Χρήστος Στέργιογλου: “Το αγαπάω το Διδυμότειχο και το κουβαλάω μέσα μου”

Ο Εβρίτης ηθοποιός Χρήστος Στέργιογλου: “Το αγαπάω το Διδυμότειχο και το κουβαλάω μέσα μου”

Γεννήθηκε το 1952 στο Διδυμότειχο και θεωρείται-και είναι-από τους καλύτερους ηθοποιούς μας. Με πετυχημένη και βραβευμένη παρουσία σε κορυφαίες κινηματογραφικές ταινίες και σημαντικές θεατρικές παραστάσεις. 

Ο συντοπίτης μας ηθοποιός, δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό, επειδή ίσως δεν έχει παίξει στην τηλεόραση, όμως απολαμβάνει της καθολικής εκτίμησης και αναγνώρισης του χώρου του και των ανθρώπων που παρακολουθούν θέατρο και κινηματογράφο. Χαμηλών τόνων, αποφεύγει τις πολλές συνεντεύξεις και σπάνια μιλάει. Σε αυτό, αλλά και στις ποιοτικές επιλογές του, ταιριάζει με τις δύο επίσης σπουδαίες ηθοποιούς μας που κατάγονται από την περιοχή του Διδυμοτείχου. Την  Καριοφυλλιά Καραμπέτη (από το χωριό Δόξα Διδυμοτείχου) και την Μαρία Κεχαγιόγλου.

Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του στο propaganda.gr, ο Χρήστος Στέργιογλου αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και τα παιδιά χρόνια που πέρασε, ενώ σχεδόν… αγρίεψε-και πολύ σωστά έκανε-όταν ρωτήθηκε γιατί ένα παιδί από το Διδυμότειχο να θέλει να γίνει ηθοποιός. Όπως γράφει ο δημοσιογράφος που πήρε εκείνη την συνέντευξη:

“Θυμάμαι τις ασπρόμαυρες ταινίες στο υπαίθριο

του δημαρχείου Διδυμοτείχου, καθισμένος κάτω στο χώμα”

Πιάνουμε το νήμα απ’ την αρχή. Ο Χρήστος Στέργιογλου γεννήθηκε το ’52 στο Διδυμότειχο. Στην ηθελημένα άγαρμπη ερώτηση «γιατί ένα παιδί από το Διδυμότειχο να θέλει να γίνει ηθοποιός», τσαντίζεται ελαφρώς: «Και γιατί ένα παιδί από την Αθήνα να θέλει να γίνει ηθοποιός; Και γιατί ένα παιδί από το Λονδίνο να θέλει να γίνει ηθοποιός; Δεν καταλαβαίνω την ερώτησή σου. Εξήγησέ μου τη. Εγώ το αγαπάω το Διδυμότειχο και το κουβαλάω. Αλλά το ότι είμαι από εκεί δε νομίζω ότι έχει σημασία». Στα παιδικά του χρόνια, θυμάται να τραγουδάει πρίμο σεκόντο με την αδερφή του σε πάρτι, να διαβάζει ποιήματα στις εθνικές εορτές, να βλέπει ασπρόμαυρες ταινίες στο υπαίθριο του Δημαρχείου καθισμένος κάτω, στο χώμα.

Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Είχε πάντα μια βαθιά αγάπη για τη μουσική (ένα φεγγάρι έπαιζε και σαξόφωνο στη μπάντα του Δήμου), αλλά μέσα του ήξερε πως ήθελε να γίνει ηθοποιός κι έτσι μετά από τρία χρόνια γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου. «Ύστερα έφυγα για Νέα Υόρκη, όπου φοίτησα δύο τετράμηνα στο HB Studio. Εκεί κατάλαβα τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω και αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτά που μπορώ. Γνώρισα κάποιους δασκάλους που ακόμα κουβαλάω και επισκέφτηκα το ActorsStudio».

Για το επάγγελμα που διάλεξε, δε μετάνιωσε στιγμή. Και μολονότι δεν αμείφθηκε ποτέ πλουσιοπάροχα, τα τελευταία 15 χρόνια κάθε που ξεκινάει μια σεζόν ξέρει πως δεν θα μείνει χωρίς δουλειά. «Σκοπός μου δεν είναι ποτέ να βγάλω λεφτά. Όχι ότι δεν πρέπει να αμειβόμαστε για τις δουλειές μας. Αλλά μερικές φορές πρέπει να ρισκάρεις και να πεις “μπορεί να βγάλω, μπορεί και να μη βγάλω”. Όπως τώρα με τον Αντώνη Παρασκευά – η ταινία της Ελίνας της Ψύκου είναι χειροποίητη, την έκανε μόνη της. Γενικώς μου αρέσει να δουλεύω με νέους ανθρώπους. Βλέπω το “θέλω” τους και το συμμερίζομαι. Ιδίως με τις ταινίες, αυτό το πράγμα έχω πάθει. Και ακολουθώ. Όταν καταλαβαίνω τη μεγάλη επιθυμία κάποιου, ακολουθώ».

Κάπως έτσι, ακολουθώντας έναν σχετικά άγνωστο σκηνοθέτη, του προέκυψε και ο «Κυνόδοντας», η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της μέχρι τώρα διαδρομής του. «Δεν ήξερα τι έχει γίνει» παραδέχεται. «Βλέποντάς το, κατάλαβα ότι έπαιζα σε μια εξαιρετική ταινία. Φέτος που ταξίδεψα σε κάποια φεστιβάλ με τον “Παρασκευά” και με το “Alienation” (ένα βουλγάρικο φιλμ που έκανα με τον Μίλκο Λάζαροφ), κατάλαβα τι σήμαινε ο “Κυνόδοντας” για εμένα προσωπικά. Για το Λάνθιμο το ήξερα, άνοιξαν οι πύλες του ουρανού – και δικαίως. Αλλά ξαφνικά έβλεπα συνεχώς ανθρώπους να μου λένε “the father of Dogtooth”, “the father of Dogtooth”, ώσπου έγινε κάτι σαν σλόγκαν αυτό». Ο φρικιαστικά καλοσυνάτος μπαμπάς, είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. «Ο πατέρας αυτός έκανε ό,τι έκανε γιατί αγαπούσε τα παιδιά του, ήθελε να τα προστατέψει» τονίζει ο Στέργιογλου. «Και ακολουθώντας τα γεγονότα, τον απέδωσα ως μεγαλύτερο τέρας απ’ ότι θα έβαινε αν τον έπαιζα άγριο. Προσπάθησα να βρω το “δίκιο” του ήρωα».

Βέβαια η επιτυχία του «Κυνόδοντα» και άλλων εγχώριων ταινιών όπως το «Attenberg» ή το «Miss Violence», που συγκροτούν το λεγόμενο «weird wave of Greek cinema», δεν έχει μονάχα υπερασπιστές. Ορισμένοι αναρωτιούνται γιατί στέλνουμε έξω μόνο τις «άρρωστες» ταινίες μας. Ο Στέργιογλου ενοχλείται από τη λέξη: «Οι ταινίες δεν είναι άρρωστες. Άρρωστα είναι τα θέματα που θίγουν. Και μέσα από αυτή την αρρώστια έχουν κάτι να πουν. Ο “Κυνόδοντας” χαρακτηρίστηκε από μια γαλλική εφημερίδα ως “το χρονικό του καθημερινού φασισμού”. Καθημερινά βλέπουμε τέτοια φαινόμενα, στην οικογένεια, στην πολιτική, στην κοινωνία. Ποιος είναι άρρωστος; Η ταινία; Ομοίως και με τον “Παρασκευά”: η ταινία είναι άρρωστη ή η δημοσιότητα; Aν η ταινία παρουσιάζει κάτι ως κακό παράδειγμα, τότε είναι υγιέστατη. Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια, αλλά και οι τραγωδίες αυτό κάνανε».

Πέρα από την ενασχόλησή του με το ελληνικό σινεμά (υποδειγματική υπήρξε μεταξύ άλλων και η ερμηνεία του ως αστυνομικός στον «Άδικο Κόσμο» του Τσίτου), ο Στέργιογλου είναι επίσης μέγας κινηματογραφόφιλος σαν θεατής. Οι σινεφίλ της Αθήνας θα τον έχουν σίγουρα πετύχει μέσα σε κάποια αίθουσα, πολλές φορές μάλιστα και μόνο του. Είδε τον τελευταίο Τζάρμους, τους αδερφούς Κοέν, την «Τέλεια Ομορφιά» του Σορεντίνο, που τον ενθουσίασε: «Τρελάθηκα. Τρελάθηκα! Ερωτεύτηκα και τον ηθοποιό και το σκηνοθέτη. Όχι ότι δεν έχω σταθεί τυχερός, αλλά ξέρεις, είναι αυτό που λες “γιατί να μην μπορώ κι εγώ να παίξω έτσι;”. Θαύμασα τα πάντα σ’ αυτή την ταινία». Απ’ τους παλιούς αναφέρει τον Φελίνι και τον Κόπολα, τον Γουέλςκαι τον Τσάπλιν, τον Παζολίνι και τον Αντονιόνι.

Ποιός είναι ο Χρήστος Στέργιογλου

Χρήστος Στέργιογλου γεννήθηκε το 1952 στο Διδυμότειχο. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Έχει επίσης φοιτήσει στο ΗΒ Studio της Νέας Υόρκης. Έχει λάβει μέρος σε πολλές παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, μεταξύ των οποίων: Τρισεύγενη του Κ. Παλαμά (σκηνοθεσία Λ. Κονιόρδου), Ορέστης του Ευριπίδη (σκην. Γ. Χουβαρδά), Ο Αμπιγέρ του Ρ. Χάργουντ (σκηνοθεσία Ν. Μαστοράκη), Κοκτέιλ πάρτυ του Τ.Σ. Έλιοτ (σκηνοθεσία Β. Μαυρομάτη), Οκτώ γυναίκες του Ρ. Τομά (σκηνοθεσία Ν. Καραθάνου), Κουαρτέτο του Χ. Μύλλερ (σκηνοθεσία Ρ. Τζετ), Η μικρή μας πόλη του Θ. Ουάιλντερ (σκηνοθεσία Στ. Φασουλή), Ορέστεια του Αισχύλου (σκηνοθεσία Γ. Κόκκου), Τα κοκκινομπλέ πατίνια του Σ. Τσιώλη (σκηνοθεσία Β. Θεοδωρόπουλου), Άμλετ του Σαίξπηρ (σκηνοθεσία Μ. Μαρμαρινού), Το έργο για το μωρό του Έντ. Άλμπη (σκηνοθεσία Τ. Μπαντή), Κεκλεισμένων των θυρών του Ζ.Π. Σαρτρ (σκηνοθεσία Θ. Τερζόπουλου), Αντιγόνη του Σοφοκλή (σκηνοθεσία Σ. Ευαγγελάτου), Φυγή του Μπουλγκάκωφ (σκηνοθεσία Ν. Μιλιβόγιεβιτς), Βάτραχοι του Αριστοφάνη (σκηνοθεσία Σ. Χατζάκη), Δον Ζουάν του Μολιέρου (σκηνοθεσία Α. Βουτσινά), Όπερα της πεντάρας του Μ. Μπρεχτ (σκηνοθεσία Ζ. Ντασσέν).

Ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης, έπαιξε στο έργο Ο Μπήντερμαν και οι εμπρηστές του Μαξ Φρις (σκηνοθεσία Π. Χαρίτογλου). Έπαιξε στις ταινίες: Άδικος κόσμος του Φ. Τσίτου, Κυνόδοντας του Γ. Λάνθιμου, Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου της Π. Παναγιωτοπούλου, Θα το μετανιώσεις και Ώρες κοινής ησυχίας της Κ. Ευαγγελάκου, Μαύρο γάλα του Ν. Τριανταφυλλίδη, Λίστα γάμου του Π. Πορτοκαλάκη, Η χορωδία του Χαρίτωνα του Γ. Καραντινάκη, κ.ά. Βραβεύτηκε με το Βραβείο Α΄ Ανδρικού ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2002 και με το Βραβείο Β΄ Ανδρικού ρόλου στα Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία το 2006. Έπαιξε σε τηλεοπτικές σειρές, όπως το Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες του Κ. Κουτσομύτη, κ.ά.

Πηγή: propaganda.gr

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*