Η Λυρική Σκηνή τιμά την Θρακιώτισσα Δόμνα Βιζβίζη

Η Λυρική Σκηνή τιμά την Θρακιώτισσα Δόμνα Βιζβίζη

-Μια παραγνωρισμένη ηρωίδα του 1821

Το «Τραγούδι της κυρα-Δομνίτσας», που είναι αφιερωμένο στην Θρακιώτισσα αγωνίστρια του 1821 Δόμνα Βιζβίζη, παρουσιάζεται από τις 16 Ιουλίου στην πλατφόρμα nationalopera.gr/GNOTV.

Το κείμενο υπέγραψε η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μάρω Βασιλειάδου, η σκηνοθεσία είναι της Μαρίας Μαγκανάρη, η μουσική της Μάρθας Μαυροειδή, τους μονολόγους αποδίδει η Σύρμω Κεκέ και τα χορικά στάσιμα το γυναικείο φωνητικό σύνολο cho΄rεs.

Στην επιβλητική πινακοθήκη του 1821 βρίσκονται και ορισμένες μορφές που δεν ανήκουν στο «ισχυρό φύλο», θεωρούνται όμως άξιες μνημόνευσης για –τι άλλο– τα κατορθώματά τους στη μάχη ή τον δυναμισμό τους: η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους είναι ίσως οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις γυναικών που κέρδισαν μια εξέχουσα θέση στην ιστορία του αγώνα «των Ελλήνων» για την ανεξαρτησία. Τι γίνεται όμως με τις γυναίκες που, ενώ συνέβαλαν στην Ελληνική Επανάσταση με όπλα, χρήμα και αίμα, τιμήθηκαν στην καλύτερη περίπτωση με μια-δυο ξεχασμένες προτομές και μερικές δυσεύρετες βιβλιογραφικές αναφορές:

Η Θρακιώτισσα Δόμνα Βισβίζη είναι μια τέτοια περίπτωση. Με τον σύζυγό της, τον καπετάνιο χατζή-Αντώνη Βισβίζη, και το «μπρίκι» τους, την «Καλομοίρα», υποστήριξαν πολλαπλώς την Επανάσταση, μέχρι που ο Βισβίζης ξεψύχησε και η Δόμνα ανέλαβε τη διοίκηση του καραβιού. Γέννησε τα παιδιά της στο κατάστρωμα, συνέχισε να συμβάλλει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ελλήνων –ο Δημήτριος Υψηλάντης τη χαρακτήριζε «ευγενεστάτη και γενναιοτάτη»–, ώσπου ξόδεψε την περιουσία για τις ανάγκες της Επανάστασης, χωρίς να λάβει τα υπεσχημένα από το ελληνικό κράτος. Πέθανε μόνη, σε μεγάλη ένδεια, αφού στο μεταξύ είχε απευθυνθεί με πλήθος επιστολών στη νέα ελληνική διοίκηση, χωρίς αποτέλεσμα.
Το «Τραγούδι της κυρα-Δομνίτσας», η νέα ανάθεση της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, παρουσιάζεται από τις 16 Ιουλίου στην πλατφόρμα nationalopera.gr/GNOTV, χωρίς να έχει ως στόχο την αποκατάσταση κάποιας αναπόδραστης ιστορικής δικαιοσύνης. Το κείμενο που υπέγραψε η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μάρω Βασιλειάδου, η σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη, η μουσική της Μάρθας Μαυροειδή, αλλά και οι μονόλογοι της Σύρμως Κεκέ και τα χορικά στάσιμα του γυναικείου φωνητικού συνόλου cho΄rεs, συναποτελούν μια παράσταση μουσικού θεάτρου που θυμίζει ό,τι υπονοεί ο τίτλος: ένα «τραγούδι», με την έννοια που απαντάται στη δημοτική παράδοση. Το συνοδεύουν οι Χάρης Λαμπράκης και Νίκος Παραουλάκης (νέυ), Στρατής Ψαραδέλλης (λύρα), Μάρθα Μαυροειδή (σάζι, φωνή), αλλά και οι Γιάννης Παπαδόπουλος (πιάνο), Γιώργος Ταμιωλάκης (τσέλο) και Γιώργος Βεντουρής (κοντραμπάσο).

«Φαντασιακό πεδίο»

Λέει σχετικά η σκηνοθέτις Μαρία Μαγκανάρη: «Ο τρόπος που περιγράφει τη Δόμνα Βισβίζη στο κείμενό της η Μάρω Βασιλειάδου, ο τρόπος που την αισθάνεται, μου θυμίζει τους ήρωες και τις ηρωίδες των δημοτικών τραγουδιών. Δεν υπάρχουν ψυχολογισμοί εδώ. Αναδεικνύεται το ηρωικό μέγεθος της Δόμνας, αλλά μέσα από τα συναισθήματά της. Είναι μια γυναίκα σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, σε μια περίοδο εμπόλεμη και ακολουθεί την ιστορία τόσο τολμηρά, τόσο αναπόδραστα ίσως, σαν να βρίσκεται σε όνειρο. Πολλές φορές, οι ήρωες των δημοτικών τραγουδιών είναι σαν να έχουν αλλά και να μην έχουν συνείδηση – δίνουν την αίσθηση ότι δεν υπάρχει άλλη μοίρα από αυτήν που ακολουθούν. Ετσι και η Δόμνα Βισβίζη είναι σαν να μπαίνει στην ιστορία της ενστικτωδώς, διαισθητικά, όχι λογικά. Τι λογική έχει μια γυναίκα που αφήνει τα πάντα, μια πατρίδα που δεν θα την ξαναδεί, που δεν θα ενταχθεί στο νέο ελληνικό κράτος; Αφήνει τα πάντα για ένα πεδίο φαντασιακό».

Κάπως έτσι, η σκηνοθετική προσέγγιση λαμβάνει υπόψη τους δύο άξονες του κειμένου: τον πιο ποιητικό, που αφορά τα συναισθήματα της ηρωίδας, και τον ιστορικό άξονα, που βασίζεται σε αρχειακές καταγραφές, μαρτυρίες, ημερολόγια πλοίου, επιστολές κ.ά. «Σε αυτή τη βάση δημιουργήθηκε η βασική σκηνοθετική γραμμή», λέει η Μαρία Μαγκανάρη και εξηγεί: «Υπάρχουν δύο σχεδίες που κινούνται παράλληλα, η μία ατομική και μικρή και η άλλη συλλογική και μεγάλη. Το ερώτημα είναι πώς μας επηρεάζει η ιστορική περίοδος στην οποία γεννιόμαστε και τα μεγάλα γεγονότα. Ποιο κομμάτι της προσωπικότητάς μας διαμορφώνεται από αυτά».

Δύο επίπεδα και μία πρόκληση χαρακτηρίζουν και το μουσικό μέρος του «Τραγουδιού της κυρα-Δομνίτσας». Οπως λέει στην «Κ» η συνθέτις Μάρθα Μαυροειδή, «ένας πρώτος προβληματισμός ήταν πώς θα χειριστώ το υλικό της παραδοσιακής μουσικής που αγαπώ πολύ, με τρόπο όχι φολκλόρ και στατικό, αλλά δυναμικό, ώστε να οδηγεί κάπου. Χρησιμοποίησα στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική, φυσικά όργανα, αλλά και μουσικούς τρόπους και ρυθμούς της Θράκης, σε δύο επίπεδα: το ένα κυριολεκτικό, με αναφορές σε μουσικά χαρακτηριστικά της περιοχής, και το άλλο μεταφορικό, αφηρημένο, όπου τα ηχοχρώματα των οργάνων χρησιμοποιούνται με τρόπο συνειρμικό, για να απευθυνθούν στο υποσυνείδητο. Οπως συμβαίνει έπειτα από ένα όνειρο, όπου έχεις δει κάτι συγκεκριμένο αλλά δεν μπορείς να το ανακαλέσεις».

Στο επίκεντρο βρίσκεται φυσικά η Δόμνα Βισβίζη, με τη φωνή της. «Δεν αποφασίσαμε προγραμματικά ότι θα δώσουμε στη φωνή κεντρικό ρόλο, συνέβη υποσυνείδητα», εξηγεί η Μάρθα Μαυροειδή. «Η ιστορία που διαβάζουμε προέρχεται από τα στόματα των ανδρών και μιλάει για τα έργα τους. Πλέον αυτό αλλάζει και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του κειμένου είναι η φωνή μιας γυναίκας που αφηγείται την εμπειρία της από τα γεγονότα συνιστά ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μουσικά μιλώντας, μου αρέσει να κινούμαι στα όρια της μουσικής με τον λόγο. Αν έχει μια καρδιά το μουσικό μέρος του έργου, είναι η σκηνή που η Δόμνα μόλις έχει χάσει τον άνδρα της και μιλάει συντετριμμένη. Μέσα από την ομιλία της ξεπηδάει ανεπαίσθητα μια μικρή μελωδία –ο καημός της–, ενώ ο τόνος της φωνής της ανεβαίνει σαν καρδιογράφημα. Η γυναικεία φωνή είναι ένα εργαλείο ενδυνάμωσης. Παραδοσιακά, στα Βαλκάνια οι γυναίκες τραγουδούν, δεν παίζουν κάποιο όργανο. Γιατί τα χέρια τους είναι πάντα απασχολημένα».

Δεν υπάρχει κάποια μεμψιμοιρία εδώ. «Στο κείμενο, η Δόμνα δεν έχει την πικρία του θυμού, της εκδίκησης για το γεγονός ότι τα έχασε όλα», καταλήγει η Μαρία Μαγκανάρη. «Παρουσιάζεται με μια ανθρώπινη σοφία, που επίσης παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι. Υπάρχει ένας κύκλος που ολοκληρώθηκε, μια συμφιλίωση. Η αίσθηση ότι τελικά καταλήγουμε μόνοι με τον εαυτό μας είναι μια περιοχή από την οποία θα διαβούμε όλοι. Το κάνουμε σε διάφορες φάσεις της ζωής μας. Οχι μόνο στο τέλος».

Πηγή: kathimerini.gr

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*