Αθανάσιος Σίμογλου: Ο Εβρίτης γιατρός, που είναι και καταξιωμένος συνθέτης διεθνώς

Αθανάσιος Σίμογλου: Ο Εβρίτης γιατρός, που είναι και καταξιωμένος συνθέτης διεθνώς

Ο Εβρίτης Αθανάσιος Σίμογλου (γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1954) είναι γιατρός που εργάζεται χρόνια στην Στουτγκάρδη, αλλά παράλληλα και καταξιωμένος συνθέτης διεθνώς. Συνδυάζει άριστα την ιατρική με την μουσική, αφού θεραπεύει όχι μόνο σωματικά αλλά και… ψυχικά με τις νότες τους συνανθρώπους του.

Πρόσφατα παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα Βραδυνή της Αθήνας και στην δημοσιογράφο Εσμεράλδα Αγαπητού, στην οποία μίλησε για τα παιδιά του χρόνια και το μουσικό ξεκίνημα στο Διδυμότειχο, την μελοποίηση της ποίησης του Κώστα Καβάφη και την πορεία του συνολικά.

Κύριε Σίμογλου, διεθνώς καταξιωμένος συνθέτης. Αν και από τα 10 σας υπήρξατε μέλος της Φιλαρμονικής του Δήμου Διδυμότειχου όπου και γεννηθήκατε, και στα 14 αρχίσατε να συνθέτετε ο ίδιος, σπουδάσατε γιατρός με ντοκτορά στο Μιλάνο, και εξασκείτε Ιατρική στην Στουτγάρδη, όπου ζείτε. Πείτε μας την ιστορία σας, τα παιδικά χρόνια στον Έβρο, πώς ξεκίνησαν όλα αυτά…

«Πριν σας απαντήσω, να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία σας. Από την παιδική μου ηλικία θα αναφερθώ μόνο σε τρία στιγμιότυπα που υπήρξαν καταλυτικά για τη μετέπειτα πορεία μου τόσο ως μύστη της Τερψιχόρης όσο και ως υπηρέτη του Ιπποκράτη. Όταν ήμουν επτά χρόνων –μία Κυριακή πρωί– στο άκουσμα για πρώτη φορά μίας στρατιωτικής μπάντας που πήγαινε για την έπαρση της σημαίας, εκστασιάστηκα. Τότε, ενδόμυχα διαπίστωσα ότι η Μουσική είναι ένα θείο δώρο για τον άνθρωπο και ότι χωρίς αυτήν δεν θα μπορώ να ζήσω. Στα δέκα μου χρόνια έγινα μέλος της νεοσυσταθείσας φιλαρμονικής του Δήμου και παρέμεινα έξι χρόνια. Εκεί, χαλκεύτηκε η μουσική μου συνείδηση και μυήθηκα στην Κλασική Μουσική.

Όμως, ως εκκολαπτόμενος συνθέτης διαπίστωσα ότι οι γνώσεις μου δεν ήταν επαρκείς και ότι έπρεπε να πάω στο ωδείο, στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου για μεγάλο διάστημα ήταν ανένδοτος, λόγω του νεαρού της ηλικίας μου· όμως συζητούσε το θέμα με τον αρχιμουσικό και τους καθηγητές μου στο Γυμνάσιο. Τον Ιούνιο του 1970, όταν πήρα το ενδεικτικό της Τετάρτης Γυμνασίου, επιτέλους ο πατέρας μου δέχτηκε να πάω στη Θεσσαλονίκη, αλλά με την προϋπόθεση ότι θα πάω αργότερα και στο πανεπιστήμιο. Εγώ το δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και του είπα ότι σκοπεύω να σπουδάσω και Ιατρική».

Γιατί δεν ασχοληθήκατε αποκλειστικά με τη Μουσική αφού την αγαπάτε τόσο πολύ;

«Ως συνθέτης δεν θα ήταν εύκολος ο δρόμος μου βιοποριστικά. Έπειτα, ιδεαλιστικά, ο συνθέτης πρέπει να είναι οικονομικά ανεξάρτητος. Ο Schiller είχε πει: “η Tέχνη είναι κόρη της ελευθερίας”. Άλλωστε, με έθελγε πάντοτε και η επιστήμη, μολονότι γνώριζα πολύ καλά ότι ο δυαδικός δρόμος δεν θα είναι καθόλου εύκολος».

Πιστεύετε ότι η Μουσική σάς έκανε καλύτερο και ως άνθρωπο, ακόμη και ως επιστήμονα; 

«Αναμφίβολα η Μουσική με έκανε καλύτερο και ως άνθρωπο και ως επιστήμονα· αφού εξευγενίζει τον άνθρωπο, επηρεάζει θετικά την ψυχοσύνθεσή του και τον φέρνει πιο κοντά στους συνανθρώπους του».

Ιατρική  Μουσική, τι κοινό μπορεί να έχουν; Αγαπάτε την Ιατρική αλλά είστε ερωτευμένος με τη Μουσική ή το αντίθετο;

«Σίγουρα είμαι παθιασμένα ερωτευμένος με τη Μουσική· από την άλλη, και η αγάπη μου για την Ιατρική είναι μεγάλη· μου δίνει και αυτή μεγάλη ικανοποίηση, όταν μπορώ να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου. Ο Goethe είχε πει: “η Eπιστήμη και η Tέχνη ανήκουν σ’ όλον τον κόσμο· μπροστά τους εξαφανίζονται τα σύνορα”».

-Αφού είστε Έλληνας και σπουδάσατε στην Ιταλία, πως επιλέξατε την Γερμανία να ζήσετε και να εξασκήσετε το επάγγελμά σας;

«Επέλεξα τη Γερμανία το 1981, κυρίως για μουσικολογικούς λόγους. Ήθελα να εντρυφήσω περισσότερο στη Συμφωνική Μουσική και σε αυτόν τον τομέα, όντως η Γερμανία μού προσέφερε πολλά».

Είστε πολλά χρόνια στην Στουτγάρδη. Δεν υπάρχει μέσα σας κάποιο απωθημένο για το λαό αυτό με τα δεινά που μας προκάλεσε στον πόλεμο, αλλά και στην οικονομική μας κρίση;

«Συνυπάρχω και συμβιώνω αξιοπρεπώς· άλλωστε, πάντα μπορείς να πάρεις τα θετικά των ξένων».

-Σκέφτεστε να επιστρέψετε κάποια στιγμή στην Ελλάδα;

«Το 2022 συνταξιοδοτούμαι, οπότε θα με βλέπετε συχνά στην Αθήνα, όπου διατηρώ διαμέρισμα».

Η μελοποίηση του Καβάφη πώς προέκυψε;

«Ο Καβάφης υπήρξε ίνδαλμα για μένα από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Αφορμή για τις πρώτες μου καβαφικές μελοποιήσεις υπήρξε μία εκδήλωση των επιστημόνων Στουτγάρδης, το 1983. Τότε, διαπίστωσα ότι η ασυμμετρία του στίχου δεν είναι εμπόδιο, αφού ο καβαφικός στίχος διαθέτει έναν πολύ υπαγορευτικό ρυθμό».

Μιλήστε μας για το μουσικό σας έργο, τα CD, τους καλλιτέχνες με τους οποίους έχετε συνεργαστεί…

«Εκτός από μελοποιήσεις ποιημάτων, συνέθεσα πολλά συμφωνικά έργα. Κονσέρτα για σόλο όργανα, μουσική Δωματίου, συμφωνίες, όπερες, σουίτες κ.λπ. Μέχρι τώρα έχω εκδώσει 3 CDs με καβαφικές μελοποιήσεις(36). Στα “Shades of love” και “Return” οι εγγραφές έγιναν στο Βερολίνο, με τη σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου και την Ορχήστρα Mobile. Το τρίτο CD “Theissis-Supplication” το έγραψα στη Βιέννη· με τις σοπράνο Βασιλική Καραγιάννη, Μαρία Κωσταράκη, τον βαρύτονο Κύρο Πατσαλίδη και με μαέστρο της ορχήστρας “Ορφέας” τον Κωνσταντίνο Δημηνάκη».

Τώρα ετοιμάζετε κάτι καινούργιο; Στην Αθήνα πότε θα σας δούμε;

«Προσεχώς πρόκειται να κυκλοφορήσει ένα τέταρτο CD το ορατόριο “Tα πλοία της Tέχνης” βασισμένο σε ένα πεζό του Καβάφη, για σολίστες, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία. Ευελπιστώ να τα πούμε σύντομα και δια ζώσης»…

Βιογραφικό

Ο Αθανάσιος Σίμογλου γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1954 στο Διδυμότειχο. Τον Ιανουάριο του 1982, ως πτυχιούχος της Ιατρικής, μετακόμισε στη Στουτγάρδη, για να κάνει ειδικότητα και να διευρύνει τους μουσικούς του ορίζοντες, κυρίως στη Συμφωνική Μουσική. Εκεί, ειδικεύτηκε στη Γενική Ιατρική, και έως σήμερα διατηρεί ιατρείο. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε αφ’ ενός τα προς το ζην, αφ’ ετέρου τονχρόνο να συνθέτει το βράδυ, μένοντας άυπνος. Όμως, το πρωί της επομένης έχει μία ευχάριστη διάθεση απέναντι στους ασθενείς του –όσον και αν φαίνεται παράδοξο– επειδή την προηγούμενη νύχτα όλο και κάτι καινούριο ανακαλύπτει συνθέτοντας. Η χαρά της δημιουργίας υπερνικά τον σωματικό κάματο. Όντας Έλληνας της Διασποράς, δεν αφομοιώθηκε από τον τοπικό πολιτισμό, πολιτιστικά παρέμεινε ακραιφνής Έλληνας, με κοσμοπολίτικη όμως ροπή, παίρνοντας ό,τι έκρινε ως θετικό είτε στην Ιταλία είτε στη Γερμανία.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*