Γιαγκίνηδες: Ο Παναγιώτης απ’ την Αλεξανδρούπολη και ο Σπύρος, ζωντανεύουν το ρεμπέτικο στους δρόμους

Γιαγκίνηδες: Ο Παναγιώτης απ’ την Αλεξανδρούπολη και ο Σπύρος, ζωντανεύουν το ρεμπέτικο στους δρόμους

Οι Γιαγκίνηδες είναι δύο ρεμπέτες του δρόμου στη Θεσσαλονίκη με φανατικό κοινό. Δυο φοιτητές, ο Παναγιώτης Σικλαφίδης από την Αλεξανδρούπολη και ο φίλος του Σπύρος Ζήσης από την Κόρινθο.

Το γιαγκίνι στην γλώσσα των ρεμπετών είναι η ερωτική κάψα, το πάθος και η φλόγα που σιγοκαίει στην καρδιά για ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση, όπως λένε τα παλιά Σμυρνέικα τραγούδια. Από εκεί εμπνεύστηκαν το όνομα τους οι Γιαγκίνηδες, δυο νεαροί μουσικοί του δρόμου που με τα ρεμπέτικά τους ξεσηκώνουν τους περαστικούς στην πλατεία Αριστοτέλους και στην Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος για τον Παναγιώτη Σικλαφίδη από την Αλεξανδρούπολη και τον Σπύρο Ζήση από την Κόρινθο, φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας- ο πρώτος στα χρηματοοικονομικά και ο δεύτερος στην μουσική. Η κοινή τους αγάπη για τα καλά ρεμπετολαϊκά και φυσικά την πανέμορφη συμπρωτεύουσα ήταν που τους έφερε κοντά και αποφάσισαν να φτιάξουν το δικό τους σχήμα με ένα θερμό, πιστό κοινό και δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στις σελίδες τους στα social media. Οι ίδιοι μας διηγούνται την ιστορία τους:

«Γουστάρουμε να παίζουμε σε πλατείες, στην παραλιακή, να κάνουμε τα live μας και να περνά ο κόσμος ωραία. Ασχολούμαστε κυρίως με αυτό και το χόμπι μας είναι οι σπουδές μας στο Πανεπιστήμιο. Η επαφή μας με την μουσική ξεκίνησε από το δημοτικό, πηγαίναμε ο καθένας στην πόλη καταγωγής του σε ωδείο αλλά ως φοιτητές ήταν που βρήκαμε την ταυτότητά μας. Γνωριστήκαμε μέσα από κοινούς φίλους σε μια περίοδο της ζωής μας που θέλαμε να ψαχτούμε πάνω στο ρεμπέτικο και αναζητούσαμε ανθρώπους σε παρόμοια φάση.

Το ρεμπέτικο για εμάς εκφράζει την ανατρεπτική φύση των νέων. Έχουν την ανάγκη για αλλαγή και το ρεμπέτικο πάει κόντρα στο τρέχον σύστημα αυτή τη στιγμή. Έχει έναν επαναστατικό χαρακτήρα και γι’ αυτό θα έλεγα δεν έχει παραγκωνιστεί από τα ακούσματα των νέων αλλά από τις πλατφόρμες και τα media. Όσους φοιτητές ξέρουμε εμείς που έχουν έρθει σε επαφή με το είδος, το αγαπούν και το υοθετούν. Απλά λείπει η έκθεση και το βήμα που υπάρχει στα άλλα είδη όπως η τραπ για παράδειγμα, με αποτέλεσμα οι νέοι που είμαστε ρεμπέτες να μην υπάρχουμε πουθενά, γι’ αυτό και προσπαθούμε να το προβάλουμε μόνοι μας όπως μπορούμε. Θέλουμε το ρεμπέτικο να μπει στις τάσεις! Υπάρχουν και γυναίκες ρεμπέτισσες και τεχνικά το είδος σηκώνει τη φωνή τους.

Το προφίλ του ανθρώπου που ακούει ρεμπέτικά σήμερα; Πέρα από τους φοιτητές, ρεμπέτικα ακούνε και αρκετοί μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι που μεγάλωσαν με αυτά. Είναι μαγκάκια γενικά όσοι ακούν ρεμπέτικο, κιμπάριδες, γυρνάνε από ρεμπέτικο σε ρεμπέτικο μαγαζί και παρά την ηλικία τους σηκώνονται, χορεύουν και τραγουδούν. Άλλος είναι πιο έξω καρδιά και άλλος πιο εσωστρεφής, «βαρύς» ρεμπέτης, το ζει λίγο όπως περιγράφουν τα τραγούδια.

Έχουμε επισκεφτεί τα Γιάννενα, την Αλεξανδρούπολη, έχουμε κάνει περιοδεία σε νησιά με τις σκηνές μας, παίζουμε στα σοκάκια, βγάζουμε τα έξοδα μας κάνοντας διακοπές. Εκεί μας συμβαίνει και το επικό μαζί με τα χρήματα να μας ρίχνουν και ραβασάκια με τηλέφωνα! Θα μπορούσαμε να παίζουμε παντού στην Ελλάδα αλλά δεν είναι εύκολο λόγω των εξόδων μετακίνησης, της διαμονής, του χρόνου, θέλει οργάνωση. Στην Θεσσαλονίκη όμως τα πράγματα είναι πιο απλά.

Παίρνουμε επιβεβαίωση όταν έρχονται και μας μιλάνε και καμιά φορά μας αναγνωρίζουν όταν μας πετυχαίνουν έξω. Επειδή εκτίθεσαι όταν παίζεις ζωντανά σε λογής λογής κόσμο σίγουρα θα υπάρξουν και αυτοί στους οποίους δεν θα αρέσεις και θα γκρινιάξουν αλλά αυτό μαθαίνεις να το αγνοείς. Δεν είμαστε σε ένα μαγαζί μπροστά σε 100 άτομα που έρχονται για να ακούσουν μουσική, άρα είναι θετικά προιδεασμένοι, αλλά 2.000 άτομα που ίσως να μην είναι καθόλου στο mood και εσύ πρέπει να τους πείσεις.

Το να παίζεις στον δρόμο σε σκληραγωγεί ψυχικά, βγαίνουμε και παίζουμε είτε έχει κρύο είτε καύσωνα, φωνάζοντας όταν δεν έχουμε ηχεία αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να το κάνεις αυτό παραγωγικά, όχι για την πλάκα σου δηλαδή αλλά για να καταφέρεις να βιοπορίζεσαι έτσι. Το θετικό είναι οτι είμαστε χαλαροί, δεν έχουμε κάποιο αφεντικό, πάμε μόνοι μας, όποια ώρα θέλουμε, δεν μας αγχώνει το ωράριο. Στον δρόμο θα συναντήσεις και ανταγωνισμό και κόντρες ανάμεσα στους μουσικούς που παίζουν. Μας έχει τύχει συνάδελφος να καλέσει την αστυνομία για να μας διώξει ώστε όταν φύγουμε να στήσει αυτός για να παίξει στη θέση μας.

Ο μουσικός του δρόμου συνδέεται με τον ζητιάνο πολλές φορές ή με τον αποτυχημένο μουσικό που δεν μπορεί να παίξει πουθενά αλλού. Για παράδειγμα έχουμε παρατηρήσει στην δική μας περίπτωση οτι ένας περαστικός θα μας αξιολογήσει μεν ως καλούς αλλά με επιφύλαξη, προκατειλημμένος από το γεγονός οτι παίζουμε στον δρόμο και όχι σε κάποια μουσική σκηνή. Τα μαγαζιά για να παίξεις μουσική και μάλιστα με αξιόλογα μεροκάματα σε σχέση με το παρελθόν έχουν λιγοστέψει, κι αυτός είναι ο λόγος που πολλοί καταξιωμένοι μουσικοί επιλέγουν τον δρόμο και μάλιστα ανακαλύπτουν οτι ίσως τους ταιριάζει καλύτερα. Θα θέλαμε να παίξουμε ρεμπέτικα σε διάφορα δημόσια μέρη του κόσμου, από τη δική μας περιοχή της Ακρόπολης μέχρι την Times Square. Θα θέλαμε κάποια στιγμή να παίξουμε και σε στάδιο.

Οι τράπερς: Δεν τους κατηγορούμε, κάνουν αυτό που θεωρούν οκέι γι’ αυτούς. Το θέμα είναι ο κόσμος που τους στηρίζει, επομένως γιατί να μην συνεχίζουν να πουλούν την περσόνα τους; Μήπως να κατηγορήσουμε λοιπόν την παιδεία που μας οδήγησε στο να αγαπάμε συμπεριφορές και αντιλήψεις που προωθεί η τραπ. Απορούμε πως τα μικρά παιδιά ταυτίζονται με τη ζωή ενός γκάνγκστερ για παράδειγμα. Η αλητεία που συνδεόταν με το ρεμπέτικο παλαιότερα με αυτή που εκφράζει η τραπ δεν έχει καμία σχέση. Τότε ο ρεμπέτης που ήταν μαχαιροβγάλτης και για μια παρεξήγηση μπορεί να σκότωνε και να έκανε φυλακή ή έπαιρνε ναρκωτικά, ήλπιζε πως μέσα από την μουσική του θα ξεφύγει από αυτό τον κόσμο, δεν πουλούσε την αλητεία του με περηφάνεια, αλλά περιέγραφε την καθημερινότητα του με καημό. Στην τραπ συμβαίνει το αντίθετο.

Από σύγχρονους ρεμπέτες θαυμάζουμε τον Αινίτη, Σκούτα και Μηταράκη και από παλιούς ο Σκαρβέλης από τους παλιούς που μας έχει επηρεάσει πολύ στον τρόπο που γράφουμε τραγούδια. Χιπ χοπ, ραπ, τέκνο, house, εκτός από ρεμπέτικα όταν ακούμε μουσική βάζουμε λίγο απ΄ όλα αλλά το καλό από κάθε είδος.

Τα social media είναι τέλεια. Μας δίνουν μια ελευθερία, διαφημίζουμε την δουλειά μας όπως θέλουμε χωρίς να πρέπει να έχουμε κάποιον μάνατζερ. Επικοινωνούμε άμεσα με το κοινό μας, το μεγαλώνουμε χρόνο με τον χρόνο με πολύ ειλικρινή τρόπο και μας συνδέουν με κάθε περιοχή της Ελλάδας.

Σε λίγο καιρό βγάζουμε δισκάρα. Είναι μια προσπάθεια πάνω στην οποία αφιερώσαμε πολύ από τις οικονομίες μας αλλά και από τον χρόνο μας. Είναι κάτι με μεράκι γιατί το ξεκίνησαμε μόνοι μας χωρίς να βασιστούμε σε κάποια δισκογραφική ή εταιρεία marketing να μας προωθήσει κι αν το αγαπήσει ο κόσμος, το αγάπησε! Λέγεται «Άνθρωποι του δρόμου» και το εμπνευστήκαμε από τις εμπειρίες που έχουμε παίζοντας στο δρόμο τα τελευταία 3 χρόνια και αφορά συναναστροφές με ανθρώπους που γνωρίζουμε εκεί. Κάθε τραγούδι είναι αφιερωμένο σε κάποιον άνθρωπο που γνωρίσαμε στα live, χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες, αστείες φιγούρες, απατεωνίσκους και άλλους πολλούς. Δεν εστιάζουμε στην καψούρα δηλαδή όπως θα περίμενε κανείς αλλά σε χαρακτήρες. Μια μέρα στο κοινό μας είχαμε και τον Λευτέρη Πανταζή και πιάσαμε ωραία κουβέντα.»

Τα τραγούδια των Γιαγκίνηδων μπορείτε να ακούσετε ΕΔΩ

Πηγή: athensvoice.gr

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*