H ζωγράφος Βασιλική Γεροκώστα μετακόμισε μόνιμα στην Σαμοθράκη και ετοιμάζει την πρώτη της έκθεση

Η ζωγράφος Βασιλική Γεροκώστα που ζει πλέον μόνιμα στη Σαμοθράκη  κρύβει τη δική της ξεχωριστή ιστορία και ετοιμάζεται για την πρώτη της έκθεση στο νησί.

Ένιωθε γεννημένη ζωγράφος, παρόλο που η οικογένειά της δεν ήταν σύμφωνη να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο επαγγελματικά. Αναστατωνόταν όταν άκουγε το όνομα «Σαμοθράκη» κι ας μην είχε επισκεφθεί ποτέ το ανεξερεύνητο νησί του Θρακικού Πελάγους. Οι δύο μεγάλες της αγάπες, κατάφεραν μετά από πολλά χρόνια, με σκληρή δουλειά και πολύ πείσμα, να γίνουν από τεράστια απωθημένα… πραγματικότητα.

Η Βασιλική Γεροκώστα, κατάφερε να γίνει όχι μόνο επιτυχημένη ζωγράφος, αλλά και κάτοικος Σαμοθράκης. Μάλιστα, με τη νέα της ατομική έκθεση που εγκαινιάζεται σε λίγες μέρες στο νησί, δίνει μετά από πολλά χρόνια ζωή στο Πνευματικό Κέντρο της Χώρας, αφού σύμφωνα με την προσωπική της έρευνα, έχουν περάσει δύο δεκαετίες από την τελευταία συλλογική έκθεση που έγινε εκεί, ενώ ατομική έκθεση καλλιτέχνη δεν έχει φιλοξενηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

«Οδυσσείς και Γιασεμίνες» είναι ο τίτλος της έκθεσης, που θα αποτελέσει μία εναλλακτική καλλιτεχνική πρόταση στους κατοίκους και τους επισκέπτες της Σαμοθράκης από τις 20 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου. Τα έργα ζωγραφικής (λάδι σε καμβά) που αποτελούν τη βάση της έκθεσης, καθώς επίσης τα προσχέδια των έργων, όπως και μικρότερα έργα ακουαρέλας, είναι όλα τους εμπνευσμένα από τη Σαμοθράκη.

 

«Η έκθεση έχει θέμα το αρσενικό και το θηλυκό και από κει πήρε το όνομα “Οδυσσείς και Γιασεμίνες”, που είναι ονόματα στον πληθυντικό που συμβολίζουν τα δύο φύλα. Βέβαια τα όντα που θα δούμε δεν είναι ακριβώς ανθρώπινα, έχουν μέσα τους περίπλοκα στοιχεία από πτηνά, από έντομα και από ερπετά», δηλώνει η Βασιλική Γεροκώστα στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Οι φιγούρες αυτές δημιουργήθηκαν στο εργαστήριό της με λάδι σε μουσαμά, σε βάθος χρόνων, με συνεχή επεξεργασία και έμφαση στη λεπτομέρεια. «Κάθε ένα από αυτά τα έργα θα συνοδεύεται από μία ακουαρέλα, που έχω προσπαθήσει να είναι κοντά -τοπικά και χρονικά- από το σημείο που “πήρα” αυτή την εικόνα, το οποίο είναι πάντα από το νησί», λέει η ζωγράφος και εξηγεί:

«Ο κάθε πίνακας με λάδι, θα έχει μια …συντροφιά από μια ακουαρέλα που είναι της στιγμής. Δηλαδή ένα έργο που μπορεί να έχει κάνει πέντε ή έξι χρόνια στο εργαστήριο να δημιουργηθεί, θα συνοδεύεται από μία ακουαρέλα που έχει δημιουργηθεί ίσως και σε πέντε λεπτά ή έστω μισή ώρα, πάντως πολύ λιγότερο σε σχέση με την πίνακα», αναφέρει, δηλώνοντας περίεργη για το πώς θα λειτουργήσει αυτή η μεγάλη αντίθεση.

Ταυτόχρονα, όλα τα σχέδια που θα εκτεθούν στους πίνακες, βασίζονται πάνω σε προσχέδια που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια στο νησί και οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να δουν τα στάδια από τα οποία προκύπτει ένας μεγάλος πίνακας.

Ο έρωτας με την πρώτη ματιά και η μόνιμη αφύπνιση της έμπνευσης

Η Βασιλική Γεροκώστα μπήκε στη σχολή Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 30 ετών και βγήκε από αυτήν στα 35 της. Είχαν προηγηθεί σπουδές γραφιστικών στην Αθήνα, αφού οι γονείς της ήταν αντίθετοι στο να γίνει ζωγράφος, παρόλο που ήταν κάτι που κυλούσε στο αίμα της, ίσως και στο DNA της, ως ανιψιά του ζωγράφου Χρίστου Καρά, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της αποκαλούμενης «γενιάς του 60», που έφυγε πέρσι από τη ζωή.

«Με το που πήρα το πτυχίο μου το 2009, είχα τάξει ως δώρο στον εαυτό μου να πάω στη Σαμοθράκη, όπου δεν είχα πάει ποτέ έως τότε, αφού οι διακοπές μου με τις παρέες μου για περίπου δέκα χρόνια, ήταν στο άλλο άκρο της Ελλάδας, στη Γαύδο», θυμάται. Προσεγγίζοντας το πλοίο στο λιμάνι της Καμαριώτισσας, στη θέα του νησιού η ζωγράφος ένιωσε μία έντονη ταραχή, κάτι που της συνέβη άλλη μία φορά στο παρελθόν, πριν από 15 χρόνια.

«Έπαθα έναν ισχυρό κλονισμό, όπως όταν ήμουν 20 χρονών στο Παρίσι, αντικρίζοντας τη Νίκη της Σαμοθράκης στο Μουσείο του Λούβρου, τότε που κόντεψα να λιποθυμήσω και παραλίγο θα με πήγαιναν στο νοσοκομείο. Είμαι πάρα πολύ ευαίσθητη με τα εικαστικά και με τη γλυπτική και βλέποντας τα βράχια του νησιού, ήταν σαν να βλέπω το άγαλμα της Νίκης. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ο άνθρωπος που το έφτιαξε ήταν από αυτό το μέρος», λέει.

Αντίστοιχα έντονη ήταν η εμπειρία της και καθώς ανακάλυπτε το νησί, κάτι που περιγράφει ως «έρωτα» με τον τόπο. Ένας έρωτας που τον ζούσε κάθε καλοκαίρι και την πλήγωνε το ίδιο βαθιά σε κάθε …χωρισμό. «Κάθε χρόνο ερχόμουν στη Σαμοθράκη στις αρχές Ιουνίου και έφευγα έναν μήνα μετά, πάντα με κλάματα. Γυρνούσα στην Αθήνα κι ακόμη έκλαιγα», παραδέχεται.

Το πρώτο της κατάλυμα ήταν το κάμπινγκ της Σαμοθράκης, όμως από τη δεύτερη κιόλας χρονιά, αποφάσισε να διαλέξει ένα πιο μοναχικό μονοπάτι, αυτό που την οδηγούσε βαθιά στο ψηλότερο βουνό του Αιγαίου, όπου διαβιούσε ολομόναχη. «Δεν έκανα διακοπές. Έκανα ασκητική. Δεν μιλούσα με κανέναν, παρά μόνο με τον Πέτρο, τον οδηγό του λεωφορείου, που κάποιες φορές αναγκαστικά χρησιμοποιούσα. Γενικά έκανα σιωπές που με βοηθούσαν να αποδίδω καλλιτεχνικά. Είχα κάθε μέρα πάρα πολύ σφιχτό πρόγραμμα, σημείωνα και έκανα ακουαρέλα, που είναι το αγαπημένο μου μέσο», εξηγεί.

Έτσι λοιπόν, «φυλάκιζε» σε ακουαρέλες το συναίσθημα που ένιωθε κάθε στιγμή με αφορμή την έμπνευση που της προκαλούσε κάτι που έβλεπε μπροστά της. «Ποτέ δεν γυρνάω γύρω-γύρω και μετά κλείνομαι σε ένα δωμάτιο ή κάθομαι κάπου και φτιάχνω ό,τι μου έρχεται. Αυτό που κάνω δεν βγαίνει από μόνο του, από μέσα μου ή από κάποια ανάμνηση.

Δεν χρησιμοποιώ την ανάμνηση. Χρησιμοποιώ το οπτικό φαινόμενο της στιγμής», εξηγεί, λέγοντας ότι σε αυτό που κάνει έχει δώσει τον όρο «εμβιοηλεκτρομαγνητικός ρεαλισμός». «Με εκφράζει αυτό που λέω. Είναι κάτι το ζωντανό και είναι μέσα στην ενέργεια. Έχει να κάνει με το οπτικό φαινόμενο που επηρεάζεται από το πεδίο. Έχει να κάνει με το όλον, δηλαδή και με μένα και με το περιβάλλον μου, άρα είναι ρεαλισμός», δηλώνει. «Οπότε ακόμα και οι περίεργες φιγούρες, τα πουλιά και τα παράξενα όντα που ζωγραφίζω, τα οποία ίσως να μην τα έχουμε δει στην πραγματικότητα, εγώ τα έχω δει κάπου εδώ. Εμφανίζονται, δημιουργούνται μπροστά μου. Δεν είναι από την φαντασία μου καθαρά», συμπληρώνει.

Η ασκητική ζωή κράτησε μόνο στην αρχή και στη συνέχεια έπιασε ένα δωμάτιο στα Θέρμα, το οποίο είχε ως βάση, συνεχίζοντας τις εξορμήσεις της στη φύση για να αποτυπώνει εικόνες στις ακουαρέλες της. Όλο αυτό διήρκησε για 13 χρόνια, κάθε καλοκαίρι ανελλιπώς. Ώσπου η πανδημία έφερε περιοριστικά μέτρα σε όλη τη χώρα.

Η απόφαση να γίνει μόνιμη κάτοικος Σαμοθράκης

Η περίοδος των απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν για τον περιορισμό εξάπλωσης της Covid-19, βρήκε τη Βασιλική Γεροκώστα στην Αθήνα, ανάμεσα σε κλειστά μουσεία, γκαλερί, βιβλιοπωλεία και συναυλιακούς χώρους. Εκείνη ήταν η αφορμή και το έναυσμα για να πάρει μια μεγάλη απόφαση. «Γι’ αυτό το λόγο είμαστε οι καλλιτέχνες στην Αθήνα. Αν δεν έχουμε αυτές τις επιλογές τι νόημα έχει; Εκεί αναρωτήθηκα “τι κάνω εδώ; Πού θέλω να είμαι; Τι περιμένω;”. Έκανα λοιπόν για ένα χρόνο ένα πολύ σκληρό πλάνο για να μαζέψω κάποια χρήματα κάνοντας ό,τι πώληση μπορούσα σε φίλους, γνωστούς και ανθρώπους που ξέρουν και εκτιμούν τη δουλειά μου και ήμουν έτοιμη να κάνω τη μετάβαση», αναφέρει.

Το ίδιο δωμάτιο στα Θέρμα την περίμενε για να κάνει τις πρώτες της διανυκτερεύσεις μετά από την απόφασή της να μείνει μόνιμα στο νησί, ένας χώρος όμως που δεν είχε παροχές για να μπορέσει κάποιος να διαμείνει άλλη εποχή πλην του καλοκαιριού, οπότε άρχισε την αναζήτηση για κάτι πιο μόνιμο. «Εδώ πέφτει απότομα ο χειμώνας και έπρεπε να βιαστώ να βρω κάτι πριν τον Οκτώβρη. Μετά από πολλές περιπέτειες το βρήκα στις 12 Οκτωβρίου του 2021 και από τότε είμαι ακόμη εδώ», επισημαίνει.

Αυτά τα τρία χρόνια μπορεί πλέον να πει με σιγουριά πως η ζωή στη Σαμοθράκη είναι πολύ πιο δύσκολη και κουραστική σε σχέση με την αντίστοιχη στην Αθήνα. «Ο αγώνας είναι πάρα πολύ σκληρός και για να επιβιώσεις με τα στοιχεία της φύσης και στις ανθρώπινες συνδιαλλαγές και στο επαγγελματικό κομμάτι. Όλοι όσοι ζούμε εδώ, καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας τι εννοούμε», υπογραμμίζει.

Αναπληρώτρια μειωμένου ωραρίου στο δημοτικό σχολείο της Χώρας, όλες τις υπόλοιπες ώρες της μέρας στη διάρκεια του χειμώνα αναλώνεται στο να μαζεύει ξύλα, ενώ είναι αμφίβολο το αν θα ανοίξει με επιτυχία την πόρτα της το πρωί για να πάει στο σχολείο. «Στο σημείο που είναι το σπίτι μου, με τη συγκεκριμένη κλίση, είναι τέτοιοι οι στρόβιλοι, που συχνά πρέπει να παραμονεύω αρκετά λεπτά για να βρω αυτά τα …δευτερόλεπτα που κόβει ο αέρας, ώστε να μην …μείνω χωρίς πόρτα και φυσικά για να μην βρεθώ κι εγώ η ίδια στην Αλεξανδρούπολη», λέει χαρακτηριστικά, με κίνδυνο να ακουστεί υπερβολική σε όσους δεν έχουν ζήσει το φαινόμενο του αέρα στο συγκεκριμένο νησί του Αιγαίου.

«Μετά το σχολείο κουβαλάμε ξύλα, ξύλα, ξύλα… Όλο το χειμώνα, όλοι οι κάτοικοι ασχολούμαστε με τα ξύλα. Επιπλέον η διαδικασία για να ανάψεις τη φωτιά στην ξύλοσομπα είναι τελετή και σε καμία περίπτωση δεν είναι όπως γυρίζεις ένα ηλεκτρικό κουμπί», σημειώνει.

Το γεγονός ότι τον τελευταίο χρόνο κατάφερε να αποκτήσει και εργαστήριο, πλην του δωματίου όπου μένει, είναι πολύ ενθαρρυντικό για την ίδια, ώστε να μοιράζεται διαφορετικά το ποσοστό των δραστηριοτήτων της μέσα στη μέρα και να αρχίσει -πλην της επιβίωσης, να δημιουργεί και πάλι σε μεγαλύτερο βαθμό.

Μία έκθεση φτιαγμένη από αγάπη και ευγνωμοσύνη

Το γεγονός ότι έχει επενδύσει χρόνο, κόπο και χρήμα για να κάνει έκθεση σε έναν εναλλακτικό προορισμό, χωρίς να λογαριάσει τις δυσκολίες και χωρίς να γνωρίζει αν θα βγάλει τα έξοδά της, οφείλεται αποκλειστικά στα συναισθήματα και τον ισχυρό δεσμό που νιώθει πως έχει με το αρχαίο νησί των Καβείρων, όπως και για να μοιραστεί τη χαρά που εισπράττει.

«Θέλω να τιμήσω αυτόν το τόπο και τους ανθρώπους που πατάνε εδώ. Είναι πολύ σπουδαίο αυτό που μου δίνει η Σαμοθράκη και θέλω με το ελάχιστο που μπορώ να της το ανταποδώσω. Νιώθω ότι κάτι γίνεται εδώ, προς όλες τις κατευθύνσεις: Από τον τόπο προς τα μένα, από μένα προς τον τόπο, από τον τόπο προς τους άλλους, από τους άλλους προς τα μένα, είναι δηλαδή αυτό που λέμε η ζωή τρεχούμενη, και όχι μία ζωή με βαρετή καθημερινότητα από αυτές που δεν καταλαβαίνουμε αν αναπνέουμε ή όχι», λέει συγκινημένη.

Η έκθεση «Οδυσσείς και Γιασεμίνες» θα φιλοξενηθεί στο Πνευματικό Κέντρο της Χώρας στη Σαμοθράκη από τις 20 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου και θα είναι επισκέψιμη καθημερινά, από τις 19:00 έως τις 23:00.

Πηγή Φωτό: ΑΠΕ – ΜΠΕ