-Η μητέρα μου από καρδιακό επεισόδιο και ο πατέρας μου έπειτα από οκτώ μήνες, από εγκεφαλικό
-Για δεκαέξι χρόνια δεν περνούσα ούτε απέξω από το πατρικό μου όταν επισκεπτόμουν τη θεία μου στο Διδυμότειχο. Δεν άντεχα λόγω του θανάτου των γονιών μου να το βλέπω, παρ’ ότι το πουλήσαμε
Η κορυφαία πολιτική συντάκτρια Χριστίνα Κοραή από το Διδυμότειχο, έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό HELLO! με την δημοσιογράφο να μοιράζεται στοιχεία από την επαγγελματική της πορεία αλλά τις προκλήσεις που χρειάστηκε να περάσει στην προσωπική της ζωή.
Η καταξιωμένη δημοσιογράφος του MEGA μοιράζεται με το HELLO! όλα όσα την καθόρισαν, χωρίς να κρύβει ότι κάθε οδύνη της ζωής της της πρόσφερε μαθήματα ανθεκτικότητας και προσφοράς». Μάλιστα κάνει πολύ μεγάλη αναφορά στην ζωή της στο Διδυμότειχο μέχρι τα 19 της χρόνια, την απώλεια των γονιών της και ότι επί 16 χρόνια δεν μπορούσε να περάσει από το πατρικό της για αυτό τον λόγο. Τελικά μαζί με την αείμνηστη αδερφή της αποφάσισαν και το πούλησαν.
Είστε μια πολυεπίπεδη, δυναμική γυναίκα και μια δημοσιογράφος με έντονη προσωπικότητα και θάρρος γνώμης. Να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας από τα παιδικά σας χρόνια στο Διδυμότειχο;
Οι ψυχίατροι αναφέρονται στο πόσο καταλυτικά είναι για τους ανθρώπους τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής τους. Εγώ δεν είχα μόνο πέντε, αλλά δεκαεπτά βελούδινα χρόνια. Μέχρι τη στιγμή που έχασα τους γονείς μου, βίωσα απεριόριστη αγάπη, μια τεράστια αγκαλιά και στήριξη στα πάντα. Αυτό είναι το όπλο και η ευλογία που με ακολουθούν έως σήμερα. Παρότι έμεινα μόνη μου μικρή, νιώθω πως με συνοδεύουν εκείνα τα βελούδινα χρόνια.
Και η βαθιά αγάπη, αποδοχή και τρυφερότητα που λάβατε από τους γονείς σας.
Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν πολύ τρυφεροί και γενναιόδωροι άνθρωποι. Το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό για όλους. Έτσι ήταν η φιλοσοφία τους, οι ρίζες τους. Τόσο ο παππούς μου όσο και η γιαγιά μου ήρθαν από την Αδριανούπολη με την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923.

Άρα, βίωσαν τον ξεριζωμό.
Βέβαια. Στην Αδριανούπολη μια πλατεία είχε το όνομα του προ-προπάππου μου, ο οποίος ήταν ένας αστός της περιοχής. Διατηρούσε επτά μύλους. Πριν από αρκετά χρόνια, όταν εργαζόμουν στην «Ελευθεροτυπία», με κάλεσαν μέσω της εφημερίδας σε ένα συνέδριο στην Ιταλία, όπου μας φιλοξένησαν στους ξενώνες μιας καθολικής μονής. Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο με μια Τουρκάλα δημοσιογράφο, η οποία, κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας, μου ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Αδριανούπολη και της απάντησα ότι οι ρίζες μου ήταν από εκεί. Τότε μου μίλησε για την ελληνική γειτονιά, αλλά και για τα καλοκαίρια της στην Ίμβρο, όπου επίσης το ελληνικό στοιχείο ήταν μεγάλο. Τυχαία, λοιπόν, μου είπε ότι έμενε κοντά στην Πλατεία Νεΐτογλου και σοκαρίστηκα γιατί είχε ακόμη το όνομα του προγόνου μου. Μιλάμε για μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο κρατών ήταν πολύ τεταμένες. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, έγραψα ένα χρονογράφημα για όσα μοιράστηκα με την Τουρκάλα δημοσιογράφο τονίζοντας ότι δεν θα έπρεπε να επικρατεί ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες γιατί αισθάνθηκα πως μας ένωναν περισσότερα απ’ όσα μας χώριζαν.
Επισκεφθήκατε την Αδριανούπολη; Θελήσατε να αναζητήσετε τις ρίζες σας;
Επειδή έχασα πολύ νωρίς τους γονείς μου, έφυγα πονεμένη και πικραμένη από το Διδυμότειχο. Όσες φορές επέστρεφα, το έκανα αποκλειστικά για την αγαπημένη μου θεία. Κάποια στιγμή πήγα στην Αδριανούπολη, αλλά είχα πολύ λίγο χρόνο στη διάθεσή μου. Δεν κατάφερα να βρω αυτήν τη γειτονιά. Όμως την είχε επισκεφθεί η θεία μου, αλλά και ένας θείος μου που ασχολούνταν με τα ναυτιλιακά. Όπως και να έχει, αισθάνθηκα με έναν τρόπο ότι περπάτησα στις ρίζες μου.
Οι γονείς σας έφυγαν από τη ζωή στα τέλη της εφηβείας σας.
Ναι. Η μητέρα μου από καρδιακό επεισόδιο και ο πατέρας μου έπειτα από οκτώ μήνες, από εγκεφαλικό. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Ήταν πολύ δεμένο ζευγάρι. Ενδιάμεσα αυτών των απωλειών, χάσαμε και δύο αγαπημένους παππούδες. Δεν θέλω να θυμάμαι εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Ήταν πολύ μεγάλος ο πόνος. Μέσω της ψυχανάλυσης, ήρθα ουσιαστικά αντιμέτωπη με το παρελθόν μου. Όταν έφυγαν οι γονείς μας, συμφωνήσαμε με την αδελφή μου να πουλήσουμε το πατρικό. Δεν άντεχα να μείνω σε εκείνο το σπίτι. Σκεφτείτε ότι, παρόλο που το πουλήσαμε, για δεκαέξι χρόνια δεν περνούσα ούτε απέξω όταν επισκεπτόμουν τη θεία μου στο Διδυμότειχο. Ο ψυχολόγος μου με απελευθέρωσε και πήγα. Ίσως τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να συναντηθώ με το παρελθόν μου.
Πώς βιώσατε την απώλεια της μητέρας σας;
Διαλύθηκα. Δεν περιγράφονται τα συναισθήματα.
Είναι σοκαριστικό το ότι έφυγαν τέσσερις αγαπημένοι σας άνθρωποι μέσα σε ένα χρόνο.
Έχασα τα τέσσερα στηρίγματα της ζωής μου.
Σε εκείνη την τρυφερή ηλικία, ποιος έγινε το στήριγμά σας;
Η θεία μου Ελένη μάς αγκάλιασε κυριολεκτικά. Μας έβαλε κάτω από τις φτερούγες της. Ήταν η αγαπημένη αδελφή της μητέρας μου.
Σε ποια ηλικία φύγατε από το Διδυμότειχο;
Στα 19 μου, έπειτα από την απώλεια του πατέρα μου. Πήγα στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησα μαθήματα ιταλικής γλώσσας γιατί ήθελα να σπουδάσω δημοσιογραφία στην Ιταλία. Όντως, έγινα δεκτή στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια. Συνάντησα όμως ένα γνωστό δημοσιογράφο της Θεσσαλονίκης, τον Γιώργο Φωτιάδη, ο οποίος μου είπε: «Δεν μετρούν οι σπουδές. Πρέπει να κάνεις πράξη τη δημοσιογραφία για να ανακαλύψεις αν έχεις αυτό το τάλαντο». Έτσι, δεν έφυγα για την Ιταλία και, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έκανα κατά λάθος μια μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία στη Θεσσαλονίκη.

Τι σημαίνει το «έκανα κατά λάθος επιτυχία»;
Στο πρώτο μου διάστημα στο επάγγελμα, δεν ήξερα πού πάν’ τα τέσσερα. Είχα αρχίσει να δουλεύω σε μια εφημερίδα όταν ήρθε στην πόλη ο Τσοχατζόπουλος, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε δώσει καμία απολύτως συνέντευξη. Ο Φωτιάδης μου είπε: «Μένει στο ξενοδοχείο Νεφέλη. Θα πας και θα του ζητήσεις συνέντευξη!». Του επισήμανα: «Μα, δεν έχει μιλήσει σε κανέναν από τους δημοσιογράφους που γνωρίζει». Τότε υπήρχαν τεράστια δημοσιογραφικά ονόματα στις εφημερίδες της Μακεδονίας. Καθώς ο Φωτιάδης επέμενε, πήγα στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και ζήτησα τον Τσοχατζόπουλο. Με συνέδεσαν και του δήλωσα: «Είμαι η τάδε δημοσιογράφος και θέλω μια συνέντευξη». Εκείνος πάγωσε για κάποια δευτερόλεπτα και μου είπε: «Ελάτε αύριο».
Την επόμενη ημέρα, στήθηκα από το πρωί έξω από το ξενοδοχείο. Ο Τσοχατζόπουλος το είχε ξεχάσει. Με το που τον είδα, κατευθύνθηκα προς εκείνον και του υπενθύμισα: «Είμαι η δημοσιογράφος που μιλήσαμε χτες». Μου τόνισε: «Ξέρετε, δεν δίνω συνεντεύξεις». Τότε του απάντησα: «Το γνωρίζω, αλλά με μένα υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Από τη συνέντευξή σας θα κριθεί αν θα συνεχίσω στη δημοσιογραφία». Πράγματι, προχωρήσαμε στη συνέντευξη και έκανα μια τεράστια επιτυχία. Με αυτή την αφορμή, αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα. Σπούδασα στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και άνοιξε ο δρόμος για την «Ελευθεροτυπία».
Να αλλάξουμε θέμα; Πριν από ενάμιση χρόνο, βιώσατε μία ακόμα μεγάλη απώλεια, της αδελφής σας. Πόσο σας άλλαξε;
Με διέλυσε. Στην ουσία, η αδελφή μου έφυγε μέσα σε 10 λεπτά.
Τι εννοείτε;
Έπαθε αιμορραγικό εγκεφαλικό. Ο εγκέφαλός της δεν λειτουργούσε έκτοτε. Έζησε άλλες εννέα ημέρες και μας ανακοινώθηκε ο θάνατός της. Βέβαια, για μένα ο πραγματικός θάνατος ήταν στις 16 Σεπτεμβρίου, τη στιγμή του εγκεφαλικού.
Φαντάζομαι πόσο μη διαχειρίσιμη είναι μια τόσο τραγική και άμεση απώλεια.
Είχα τεράστια αγάπη στην αδελφή μου. Λίγες ημέρες πριν από το θάνατό της, μου είχε πει: «Αδερφούλα μου, να θυμάσαι ότι σ’ αγαπώ πάρα πολύ». Δεν ένιωσα όμως πως διαισθανόταν κάτι κακό. Πάντα μου έλεγε «σ’ αγαπώ πολύ, θέλω να το θυμάσαι» κι εγώ της απαντούσα: «Μη μου το λες αυτό. Εγώ θα φύγω πριν από σένα. Δεν θέλω να ζήσω την απώλειά σου». Με το θάνατό της, διαλύθηκα, αισθάνομαι ανάπηρη. Λείπει ο μισός μου εαυτός. Τώρα είναι περισσότερο μέσα στη σκέψη μου απ’ ό,τι πριν. Τη σκέφτομαι παντού. Λέω κάτι, ξέρω πώς θα αντιδρούσε και έρχεται στο μυαλό μου. Στο σταυρό που φοράω έχω τη στάχτη της. Με πόνεσε πολύ η απώλειά της. Άρχισα ξανά ψυχανάλυση.
Τι θεωρείτε πως έπρεπε να αντιμετωπίσετε αυτήν τη φορά;
Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Δεν σας κρύβω ότι κατά τα πρώτα 24ωρα ήμουν τόσο συντετριμμένη που σκεφτόμουν ακόμα κι αν αξίζει η ζωή μου, παρόλο που έχω τα ανίψια μου και τα παιδάκια τους, τα οποία λατρεύω. Αναρωτιόμουν «τι νόημα έχει να ζω;». Ήμαστε πολύ δεμένες. Ήταν το μόνο πρόσωπο που ήξερε σχεδόν τα πάντα για μένα κι εγώ, αντίστοιχα, για εκείνη. Η γιαγιά μου έλεγε: «Θεέ μου, μη μου δώσεις ό,τι μπορώ να αντέξω». Αυτό είναι το απόσταγμα από την τελευταία μου ψυχανάλυση: ότι οφείλω να συνεχίσω τη ζωή.
Είναι συγκλονιστικό το ότι δεν σας επιτράπηκε να κάνετε τελετή επειδή η ίδια είχε επιλέξει την καύση.
Σε ανύποπτο χρόνο, η αδελφή μου είχε πει, τόσο σε μένα και στο σύζυγό της όσο και στα παιδιά της, ότι μετά το θάνατό της ήθελε να κάνουμε δωρεά οργάνων και καύση. Όταν, μέσα στην οδύνη μας, με κάλεσε στο τηλέφωνο η υπεύθυνη από το Τμήμα Μεταμοσχεύσεων του Ιπποκράτειου Θεσσαλονίκης και μου είπε ότι θα γινόταν δωρεά τεσσάρων οργάνων της αδελφής μου, των δύο νεφρών και των δύο κερατοειδών, έκλαψα από χαρά. Άμεσα, μάλιστα, είχαν ενημερωθεί οι δύο γυναίκες στις οποίες θα μεταμοσχεύονταν οι νεφροί και όδευαν προς το νοσοκομείο. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τη συγκίνησή μου εκείνη τη στιγμή.
Συναντηθήκατε με αυτές τις γυναίκες;
Όχι. Θέλω να συνεχίσουν τη ζωή τους. Γιατί να τις φορτώσω με παραπάνω συγκίνηση; Δεν έχει νόημα. Η αδελφή μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία σε κάποιους ανθρώπους. Ήταν γενναιόδωρη ακόμα και με το θάνατό της. Δυστυχώς, στην καύση νεκρού απαγορεύεται να πραγματοποιηθεί κανονική τελετή. Εγώ έφερα έναν ιερέα και κάναμε τρισάγιο. Πιστεύω ότι κάποια στιγμή πρέπει να ξεκινήσει αυτή η μεγάλη συζήτηση. Καταλαβαίνω μέχρι ένα βαθμό τις ενστάσεις της εκκλησίας, όμως είναι δυνατόν να μη δέχεται να κηδεύσει έναν άνθρωπο ο οποίος με την απώλειά του δίνει μια ευκαιρία ζωής σε άλλους τέσσερις ανθρώπους; Ύστερα, τα οστεοφυλάκια στα νεκροταφεία είναι γεμάτα. Πώς επιστρέφει το σώμα στο χώμα; Εγώ είμαι υπέρ της δωρεάς οργάνων όπως και της καύσης των νεκρών.


































